Disable_right_click


Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2015

Της νύχτας σκέψεις

Δεν είμαι τέλειος. Μάλλον είμαι το ακριβώς αντιθετο. Είμαι χώμα, είμαι σκουπίδι, είμαι γεμάτος πάθη, αμαρτίες. Τα λαθη μου χαρακτηρίζουν τις κινήσεις μου.

Δεν επιθυμω να φαινομαι ο τέλειος, ο αλανθαστος. Δε με νοιαζει. Βαρεθηκα τις μάσκες. Είμαι αυτός που είμαι. Μα δε σταματω εκεί. Ενιωσα τη ζεστασιά της αγάπης Του. Αισθάνθηκα βαθιά μέσα μου τι σημαίνει να λουζεσαι στο Φως.

Γι'αυτο κι έχω -σα θησαυρό- κάτι που γεννήθηκε μέσα μου στις πιο εμπονες, τις πιο δύσκολες και σκληρές στιγμές: την ελπίδα. Την ελπίδα πως Εκείνος ήρθε για μένα. Για μένα και για όλες τις μπερδεμένες και ταλαιπωρημένες ψυχές.

Γι'αυτό, σου λέω με αγάπη πολλή: ό,τι κι αν σε βαραίνει, ο,τιδήποτε κι αν σε πληγώνει, δώσ'το σε Εκείνον. Κάν'το προσευχής δάκρυ. Κι Εκείνος θα αγκαλιάσει την τσαλακωμενη καρδιά σου. Χωρίς προΰποθεσεις. Βαλε την καρδια σου στα φτερα της μετανοιας. Κι αφέσου. Αφέσου στην ατέλειωτη, τρελή, υπερλογη αγκαλιά Του. Και θα δεις πως όλα θα γίνουν καινούρια.
Καλό ξημέρωμα.

Παρασκευή, 25 Δεκεμβρίου 2015

Μια νύχτα μετά

Κάπου ανάμεσα στις εορταστικές βόλτες, στα πολύχρωμα στολίδια και στα χριστουγεννιάτικα δέντρα με τα φωτάκια που αναβοσβήνουν, σταματώ για λίγο. Κοιτάζω πίσω μου. Από το πρωί μέχρι τώρα έζησα τόσες στιγμές. Τόσες ανάσες. Τόσα χνάρια απ'τα βήματα της καρδιάς.

Τα βήματα πίσω μου δείχνουν πως ξεκίνησα σήμερα τη μέρα μου απ'τη Φάτνη. Έκανα σίγουρα το "καθήκον" μου σαν τυπικός, "καλός χριστιανός". Μα, μήπως δεν πήρα μυρωδιά απ'το Μυστήριο που έγινε; Αναρωτιέμαι... 

Ήρθε στον κόσμο μας. Στ'αλήθεια ήρθε. Για μας ήρθε. Να μας συναντήσει, να μας δώσει εκείνο που σ'όλη μας τη ζωή αναζητούμε: την ευτυχία. Αυτή την τόσο παρεξηγημένη λέξη. Ήρθε για όσους Τον πιστεύουν και για όσους τον αρνούνται. Ήρθε για να σπάσει τη μιζέρια μας, τη σκληράδα της καρδιάς μας. Η αγκαλιά Του δεν αρνήθηκε ποτέ κανέναν.

Χριστέ, ήρθες και μάλλον δεν σε κατάλαβα. Είμαι τόσο απασχολημένος με το τι θα κάνω μετά. Οι έγνοιες μου, τα προβλήματά μου είναι ο κόσμος μου. Δυστυχώς είμαι αποκλεισμένος στον εαυτό μου. 

Χριστέ μου, ήρθες μέσα στην απέραντη σιωπή στον κόσμο μας. Στον κόσμο μου. Και δυσκολεύομαι να σε ακούσω γιατί έχω μάθει να φωνάζω.

Μάθε με, Χριστέ μου, να σιωπώ. Και μέσα στη σιωπή να ψάχνω το γλυκό Σου Φως. Ούτως ή άλλως, ένα πράγμα ζήτησες: να σου δώσω τις αμαρτίες μου, τα σκοτάδια μου.

Στέκομαι κι απόψε, μια νύχτα μετά την Γέννησή Σου, ανάμεσα στη λογική και στο υπέρλογο. Ανάμεσα στη συνήθεια και στην αλήθεια. Ανάμεσα στη ψευτοζωή και στις ανάσες που ευωδιάζουν γλύκα. 

Δείξε μου, το Φως Σου. Σε παρακαλώ με όση δύναμη έχει η παγωμένη μου καρδιά. Δείξε μου τον αληθινό δρόμο προς την αγάπη.

υγ: Χρόνια πολλά, αδέρφια μου! Και σας ευχαριστώ ΠΟΛΥ για τα σχόλια, τις ευχές και τα mail που μου στέλνετε. Τι να πω... Με έχετε κατασυγκινήσει.
υγ2: Φωτογραφία από εδώ

Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2015

Γι'αυτή τη γλυκιά, την πιο γλυκιά αγκαλιά του κόσμου

ίσως κάθε ευκολία και κάθε δυσκολία σε καθενός το ταξίδι
αναπαύει και δοκιμάζει τις επιλογές μας

  Σκέφτομαι πως, ναι, η καρδιά ίσως είναι ο φάρος του μέσα μας κόσμου και η ψυχή τα φτερά της ύπαρξής μας. Κι όσες φορές κι αν πέσουμε, κι αν ακόμη συντριβούμε, άλλες τόσες φορές γίνεται να ξανασηκωθούμε. Και ν'αρχίσουμε και πάλι να προσπαθούμε με ελπίδα. Ελπίδα όχι συναισθηματικής αυθυποβολής ούτε χαζοχαρούμενα λογάκια. Αλλά βιωματικής, εσωτερικής πίστης πως Εκείνος είναι πάντα παρών. 

  Λένε πως ό,τι δε σε σκοτώνει, σε κάνει πιο δυνατό. Ισχύει. Αλλά με μια θεμελιώδη προϋπόθεση: να διαχειριστείς σωστά κι ωφέλιμα τον πόνο. Γιατί δε σώζει ο κάθε πόνος. Κι όπως λέει κ ο π.Βαρνάβας Γιάγκου: "Σωστή διαχείριση (σσ: του πόνου) γίνεται όταν παύουν να υπάρχουν ανθρώπινες ελπίδες".

  Θυμάμαι μια ψυχή στο Αχέπα (ένας γλυκός παππούς 70κάτι χρόνων) που ολόκληρο το σώμα του ήταν ένα κουρέλι απ'τον πόνο. Είχε εξαπλωθεί παντού ο καρκίνος: ζωτικά όργανα, κόκκαλα, παντού. Κι όμως, αντί να του δίνουμε εμείς ελπίδα, μας έδινε εκείνος. Τρελό κι απίστευτο. Φεύγαμε με μια ελπίδα στην καρδιά. Το χαμόγελό του ήταν γνήσιο, αληθινό. Σε άγγιζε στα τρίσβαθά σου. Τα μάτια του τα έβλεπες να γελούν κι αυτά. Κάτι τέτοια πράγματα είναι το λιγότερο τρελά. Ή μάλλον υπέρλογα. Ξεπερνούν τη λογική μας. Και γι'αυτό βιώνονται πιο καλά όταν δε λέγονται... Ίσως πάλι να κάνω και λάθος. 

  Είναι, νομίζω, αυτή ακριβώς η εγκατάλειψη του 'εγώ', η αισιόδοξη απελπισία, που δίνει τα φτερά στην ψυχή και το φως στην καρδιά. Μα δε γίνονται αυτόματα αυτά. Δεν είναι θέμα αγοραπωλησίας. Άμα δε ζητήσεις την αγάπη Του, άμα δε προσπαθήσεις, πώς θα'ρθει η γλύκα Του μέσα σου; Θέλει να το θες, να το ποθείς, να Τον κυνηγάς, να Τον αναζητάς έστω κι αν έχεις παράπονα. Γιατί η σιγουριά και οι υπολογισμοί δείχνουν μια καρδιά που δε θέλει στ'αλήθεια να ρισκάρει. Σαν τον έρωτα είναι και η σχέση μαζί Του. Είναι σχέση, ναι! Θέλει να τα ρισκάρεις όλα. Τα πάντα. Να σβήνεις τις ανέσεις της ψευτοζωής. Να σβήνεις -όχι 'σβήσεις'.  Όχι μια φορά και τέρμα. Είναι αδιάκοπη η φλόγα. Είναι συνεχόμενος ο αγώνας. Δεν έχει όρια ο έρωτας, η αγάπη, η προσευχή. Δεν έχει πέρας η μετάνοια ούτε η συγχωρητικότητα. Είναι όλα μια μεγάλη, μια ατέλειωτη, στοργική αγκαλιά. 
υγ: Το δίστιχο στην αρχή είναι από αυτό εδώ το blog.
υγ2: Τα λόγια του π.Βαρνάβα (καθώς κι η φράση 'αισιόδοξη απελπισία') εμπεριέχονται στο βιβλίο του "Αμαρτωλών Εκκλησία"
υγ3: Artwork by J.Bessette

Κυριακή, 6 Δεκεμβρίου 2015

Το αλμυρό μονοπάτι. (Του Δεκέμβρη ιστορία θαλασσινή)

O άνθρωπος ανακαλύπτει τον εαυτό του
όταν αναμετριέται μ'αυτό που του αντιστέκεται.

  Μύριζε θάλασσα εσπερινή η ματιά του γερο-καπετάνιου. Και την καρδιά του διαφέντευε το αδάμαστό της αλμυρό γαλάζιο. Αυτό ήταν το λύτρο της εξαγοράς για την αφοβιά του γέρου. Χρόνια τώρα η ρυτιδιασμένη τράτα του γλιστρούσε πάνω στο ναρκωμενο πέλαγος. Πάλευε με τα στοιχειά της νυχτερινής φύσης, απολάμβανε τη μοναξιά της περιπλάνησης και την περιπλάνηση της μοναξιάς. Αντί για φτερά, η ύπαρξή του είχε το άγρυπνο βλέμμα του Άη Νικόλα. Αυτός ήταν ο προστάτης του κάθε θαλασσοδαρμένου ναυτικού.

  Έκανε να ψιθυρίσει μια προσευχη, μα τον φιμωσε ο βήχας. Βήχας ξερός, απομεινάρι της θυμησης του Δεκέμβρη. Κρύος, ξερός ήταν αυτός ο Δεκέμβρης. Γέμιζε τις βάρκες με ανησυχία, πάγωνε τις καρδιές που δεν άντεχαν τους αποχαιρετισμούς. Το θυμόταν ο γέρος. Θυμόταν τα μάτια της αγαπημενης του να υγραίνονται, να γίνονται βροχή. Όσες φορές κι αν τη φίλησε, τα χρόνια δεν εσβηναν, δε μαλακωναν τη θλίψη του αποχωρισμού. Σκληρό πράμα οι αποχαιρετισμοί. Δε συνηθίζονται γιατί δε χωράνε σε στιγμές. Είναι, θαρρείς, εκτός του κόσμου αυτού.
...

  Ειχε κατι απροσμενα τραβηχτικό η θαλασσα αποψε. Η μυρωμενη της αλμυρη ανασα κάλυπτε περιτεχνα τη σιωπη του σκοτεινου βυθου της. Ωρα να πηγαινει. Κι η ανεμότρατα σήκωσε πανιά. Ο μπάτης γυρόφερνε περιδιαβαίνοντας τις εξώπορτες των χαμόσπιτων χωρίς όμως να περνά τις ταπεινές εισόδους. Και πισω, στο βαθος του ορίζοντα, αχνοφαινονται οι πέτρινες σιλουέτες των σπιτιών, ασαλευτοι μάρτυρες των ακριβοθώρητων στιγμών της μικρής παραθαλάσσιας πολιτείας.

  Έσφιξε στην τσέπη του το μικρό, ξεθωριασμένο εικονάκι του Άη Νικόλα. Το κουβαλούσε εσώκαρδα πάντα. Η καρδιά του στήλωσε το βλέμμα της στο υδάτινο μονοπάτι εμπρός του. Οι δρόμοι, οι δρόμοι της θαλασσας είναι μεγάλοι. Είναι το βελουδινο συνορο του ονείρου. Κι από κει ξεμυτιζει κάθε πρωί ενεργητικός στο ταξίδι του ο ήλιος. Αυτός που δίνει ζωή. Ακούς; Ζωή...
υγ: Άτεχνη απόπειρα γραφής με φόντο νοητό τον σπουδαίο άγιο προστάτη των εραστών της θάλασσας, άγιο Νικόλαο. 
υγ2: Το δίστιχο στην αρχή είναι του Antoine De Saint-Exupery. Απ'το βιβλίο "Η γη των ανθρώπων", εκδ. Ζαχαρόπουλος σε μετάφραση του Νίκου Αθανασιάδη.
υγ3: Καλό Δεκέμβρη, αδέρφια. Ξεχωριστό ευχαριστώ για τα σχόλια, τα mail σας και τις ευχές σας τις καρδιακές.