Disable_right_click


Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2016

Κάθε μέρα, καινούρια μέρα

να κουβαλάς μέσα σου τη μουσική
όπως παλιά...

  Να βλέπεις τη φύση. Να νιώθεις τη σοφία της μέσα απ'την Αγάπη Του. Να αφήνεις την καρδιά σου ν'ατενίζει το φως. Να, δες τον ήλιο όταν ανατέλλει. Είναι νέος και φωτεινός σαν παιδί. Δες τον και στο ηλιόγερμα. Είναι πανέμορφος καθώς δύει, γεμάτος απ'το ταξίδι της ημέρας, γεμάτος εμπειρίες σαν σοφό γεροντάκι. Κάθε μέρα το μοτίβο ίδιο. Ανατολή. Δύση. Μα κι εντελώς διαφορετικό στην κάθε σου ανάσα. Κάθε μέρα, καινούρια μέρα.

  Να θυμάσαι τη μουσική της καρδιάς σου σαν ήσουν παιδί. Να την κουβαλάς μέσα σου όπως παλιά. Που δε σ'ένοιαζε τίποτα ψεύτικο. Που ακολουθούσες τον άνεμο, τη θάλασσα. Που κοιτούσες ολοκάθαρα το φως. Που προσευχόσουν στο σκοτάδι. Που έκανες τα όνειρά σου φτερά και πετούσες δίχως τη λογική του κόσμου.

  Ψάξε μέσα σου το παιδί. Θα ψιθυρίζει εκείνη τη μελωδία που σφύριζες μέσα στην πρώτη σου ανεμελιά. Σιωπάς κι ακούς. Η μουσική πλημμυρίζει την καρδιά σου. Χόρεψε στο ρυθμό της.

Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2016

Ο κόσμος σου. Ο κόσμος μου. Τι γλυκό άπειρο.

Ιδέες. Ιδέες παντού, ολόγυρα.
Και κάπου εκεί ανάμεσα , ατόφιο φως αθέατο.

  Πολλές φορές, ανεβαίναμε -είτε μικρή είτε μεγάλη παρέα- σ'ένα μεγάλο βουνό όπου ένας φίλος είχε εξοχικό. Θέα απίστευτη. Ομορφιά ασύλληπτη. Άνοιγες το παράθυρο τα πρωινά και σου ερχόταν αυτή η μυρωδιά απ'το νοτισμένο με υγρασία χώμα, αυτή η ολοκάθαρη δροσιά του παρθένου, ανέγγιχτου, καθαρού δάσους. Όχι καυσαέρια και σκόνη και νέφος. 

Απίθανο αίσθημα. 

  Άκουγες τα πουλιά να απολαμβάνουν το πρωινό κελαηδώντας σε χαρούμενες μελωδίες. Αφουγκραζόσουν τον βουνίσιο, αέρα να περνάει ανάμεσα απ'τα έλατα και τα πεύκα και μαγευόσουν. Έβλεπες αετούς να πετούν αυτοκρατορικά, στιβαρά και πετούσες και συ μαζί τους στον ολογάλανο ουρανό.

  Βγαίναμε τα βράδια στην αυλή με το φρεσκοκουρεμένο γκαζόν και κοιτούσαμε τ'αστέρια. Το φεγγάρι. Και μιλούσαμε. Ατέλειωτες ώρες. Σκεφτόμασταν τι όμορφα που θα'ταν αν μπορούσαμε να μείνουμε εκεί για πάντα. Εναλλακτικότητα στον τρόπο ζωής, γνησιότητα και αληθινή σχέση με τη φύση. Πιο κοντά. 

Τι όμορφα που θα'ταν.

  Και θυμάμαι που πηγαίναμε ν'ανάψουμε το καντηλάκι στο πέτρινο, παλιό εξωκλήσι εκεί κοντά στην άκρη ενός λοφίσκου ψηλού. Κι από κάτω, το μάτι ταξίδευε (ή μάλλον πετούσε) ως το γλυκό, ασύνορο του βουνού. Έφτανε ως τη θάλασσα, στο βάθος. Τι γλυκό άπειρο. Και σκεφτόμουν πως η αλήθεια είναι τόσο υποκειμενική. 

  Ποιος είμαι εγώ που θα σου πω τι να κάνεις; Ποιος είμαι εγώ που θα αμφισβητήσω αυτά που αισθάνεσαι; Ο δικός σου κόσμος, η δικιά σου αλήθεια είναι απόλυτα σεβαστή. Δε μπορώ να το αμφισβητήσω αυτό.

Εσύ είσαι ο δικός σου κόσμος. Εγώ έχω έναν δικό μου. Οι δικιές σου εμπειρίες, τα βιώματά σου τα σέβομαι. Έχω κι εγώ τα δικά μου. Βιώματα, σκέψεις, ιδέες, απορίες, σκέψεις, πάθη, αρετές, όνειρα. Κι όταν έρχεται το βράδυ και πέφτω να κοιμηθώ, θυμάμαι πως αν δεν ήταν Εκείνος να φυσήξει λίγο ατόφιο φως στη φθαρτή μου καρδιά, θα'μουν ένα φύλλο που θα χανόταν στον φθινοπωρινό άνεμο. 

Κι ο κόσμος θα προχωρεί στους ρυθμούς του. Κι ζωή θα κυλά. Κι η μουσική της καρδιάς σου, της καρδιάς μου, θα συνεχίζεται.

Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2016

Κάθε ήμαρτον και μια Ανάσταση

dust in the wind
all we are is dust in the wind

  Είμαι άνθρωπος. Μάτια, καρδιά, χέρια, πόδια. Σώμα. Είμαι φτιαγμένος από πηλό. Έχω αισθήματα. Γελάω, κλαίω, χαίρομαι, λυπούμαι. Αναπνέω και σε κάθε μου ανάσα γεμίζω αέρα ζωογόνο. Ταυτόχρονα, με κάθε αναπνοή μου, ακούω την καρδιά μου ρυθμικά να χτυπά. Νιώθω ότι άμα γίνει κάτι και σταματήσει αυτό το ρυθμικό της τραγούδι, τελειώνει και το σώμα μου. Πρέπει να την προσέχω, να την προσέχω όσο περνάει απ'το χέρι μου. Γιατί τι είμαι; Σκόνη στον άνεμο; Ούτε καν ένα μικρό πετραδάκι στο άπειρο του σύμπαντος και το ατέλειωτο του χρόνου...

  Είμαι κάτι παραπάνω από απλός πηλός. Μπορώ να αναστηθώ. Γιατί; Γιατί είμαι πλασμένος καθ'ομοίωση Εκείνου που με έπλασε. Του Θεού μου. Αυτόματα, από ένα ασήμαντο πετραδάκι, νιώθω στολίδι, πολύτιμο πετράδι! Ό,τι γεννιέται απ'τον άνθρωπο, είναι ανθρώπινο ενώ ό,τι γεννιέται απ'το Πνεύμα, είναι πνευματικό(Ιω,3,6). Η Αγάπη Του μου δίνει φτερά: την ελπίδα πως τίποτα δεν τελειώνει σαν σταματά το ρυθμικό τικ-τακ της καρδιάς. Έχω ψυχή. Και αυτή είναι αθάνατη. Κι όταν είμαι στα δύσκολά μου, στις "μαύρες μου", στα πάθη μου δεμένος, μπορώ με τη δύναμή Του, να τα ξεπλύνω, να τα πετάξω από πάνω μου και να ξαναβρεθώ αμέσως στο Φως Του. Μπορώ να ξαναγεννηθώ. Κάθε μέρα, νέα μέρα. Κάθε μου ανάσα πια, ο κόσμος όλος. Κάθε δάκρυ, μια ελπίδα. Κάθε ήμαρτον και μια Ανάσταση.

Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου 2016

Δεν έχει όρια η Αγάπη...

Ώσπου τέλος ένιωσα
κι ας πα' να μ'έλεγαν τρελό
πως από'να τίποτα γίνεται ο Παράδεισος.

Πώς να υπάρξει ζωή δίχως ήλιο; Πώς να ανασαίνει το σώμα δίχως αέρα; Έκοψα προχτές ένα μικρό φυλλαράκι βασιλικού από μια γλαστρούλα. Να'χω να γεμίζω τα πνευμόνια μου απ'τη μαγευτική του μυρωδιά. Το κρατούσα για πάνω από μισή ώρα στα δάχτυλά μου ώσπου άρχισε να μαυρίζει, να χάνει τα χρώματά του, να εξασθενεί η ευωδιά του.

Έτσι είμαστε και μεις. Δίχως τον ήλιο της Αγάπης Του, δίχως τον αναζωογονητικό αέρα της μετοχής στο Φως Του, χανόμαστε. Σβήνουμε. Η καρδιά μαραζώνει, γιατί νιώθει πως χάνει την αναφορά της.

Έρχεται το Φως Του ανεπαίσθητα κι αθόρυβα και σιωπηλά κι απλώνεται μέσα μας. Σαν τις πρώτες πρωινές ηλιαχτίδες.  

Και συστέλλεται, φεύγει, χάνεται κάθε φορά που, από επιλογή μας, Τον εγκαταλείπουμε. Πάθη, συνήθειες, τυπικότητες, ορθολογισμοί... Ο καθένας ξέρει τι είν'αυτό μέσα του που τον τυφλώνει. Τα τείχη τα μαύρα που μόνοι μας υψώνουμε μονάχα εμείς τα βλέπουμε.

Μα το Φως Του έχει μια μοναδική δύναμη: τη δύναμη ν'ανασταίνει. Κι όσο εμείς απλώνουμε το χέρι μας, το Φως Του θα μας αγκαλιάζει. Στη στιγμή. Απ'το τίποτα. Δεν έχει όρια η Αγάπη. Ποτέ...