Βράδυ Μ.Τετάρτης προς Μ.Πέμπτη. Ώρα λίγο μετά τις 03:00. Νιώθω πως ποτέ η ελαχιστότητά μου δεν θα μπορέσει να αντιληφθεί έστω μια απειροελάχιστη γεύση από τον πόνο του Πάθους του Χριστού μου.
Ναι.
Εκεί που ο Χριστός μου έδωσε εθελούσια τη ζωή Του για να σώσει (και) μένα. Οι αμαρτίες μου τόσες πολλές. Και όμως. Εκείνες τις στιγμές, ο Χριστός μου ήξερε (και) για μένα. Το ποιος θα είμαι . Και θυσιάστηκε (και) για μένα.
Κι όταν ολοκληρώθηκε το έργο της σωτηρίας μας (και της δικής μου) είπε το ‘τετέλεσται’.
Χριστέ μου; Θεέ μου; Πώς γίνεται να μη σε αγαπώ; Πώς γίνεται να μη θέλω να σε ακολουθώ; Είναι όμως τέτοια η έλξη της αμαρτίας που δεν υπάρχει μέρα που να μην υποπέσει η φθαρτότητά μου έστω σε κάτι μεμπτό.
Χριστέ μου, Χριστέ μου.
Αύριο τέτοια ώρα θα έχεις παραδώσει τη ζωή Σου την Πανάγια ως λύτρα και για τις δικές μου αμαρτίες. Πώς να το χωρέσει το φθαρτό μου μυαλό. Πώς να το χωρέσει η ύπαρξή μου, πώς.
Κι όμως! Από τα φρικτότερα θα γεννηθεί η ελπίδα η ολόφωτη για τα πιο θεσπέσια. Για τα πι’όμορφα. Για τα ατελείωτα, ουράνια χαρμόσυνα μηνύματα της Ανάστασής Σου.
Χριστέ μου, Θεέ μου.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου