Disable_right_click


Πέμπτη, 15 Σεπτεμβρίου 2011

Ο μεθυσμένος


Θυμήθηκα ένα περιστατικό για την κατάκριση πολύ εύστοχο... Ήταν κάποτε ένας ιερέας πολύ απρόσεκτος... Έπινε πάρα πολύ και ο κόσμος τον έβλεπε συνέχεια μεθυσμένο. Ο δεσπότης, μη μπορώντας να παραβλέπει τη συμπεριφορά αυτή, του είπε πως αν συνεχίσει να πίνει και να μεθάει και να σκανδαλίζει τον κόσμο, θα τον καθαιρέσει. Μετά από επιπλήξεις εβδομάδων, τελικά τον κάλεσε στη μητρόπολη και του ανακοινώνει πως τον καθαιρεί. Ο ιερέας το δέχτηκε ήρεμα και έφυγε.

Το ίδιο βράδυ, ο επίσκοπος δεν μπορούσε με τίποτα να κοιμηθεί. Άκουγε συνεχώς φωνές. Πολλές φωνές. Κατάλαβε πως οι άνθρωποι αυτοί τα είχαν βάλει μαζί του. Οπότε ρωτάει: "Γιατί μου φωνάζετε; Τι σας έκανα;" και άκουσε μια φωνή να του λέει: "Επειδή καθαίρεσες τον ιερέα"! Μα έτσι έπρεπε να γίνει έλεγε στον εαυτό του, ο επίσκοπος. "Αφού μεθούσε και σκανδάλιζε τον κόσμο, έπρεπε να τον καθαιρέσω".
Γεμάτος αγωνία, το επόμενο πρωινό, κάλεσε τον ιερέα στη μητρόπολη. "Τι κάνεις" τον ρωτάει. "Τι εννοείτε σεβασμιότατε"; "Κάτι κάνεις...". Και τότε απάντησε ο ιερέας: "Σεβασμιότατε, αφού το γνωρίζετε... Όλη μέρα μεθυσμένος είμαι... Τις νύχτες, μονάχα, δεν μεθάω. Πηγαίνω στο κοιμητήριο της πόλης και διαβάζω με δάκρυα τρισάγιο σε όλους τους κεκοιμημένους...Μόνο αυτό".
Από την απάντηση του ιερέα, ο επίσκοπος κατάλαβε πως οι φωνές που άκουγε ήταν των κεκοιμημένων... 
Πόσο λάθος κάνουμε, φίλη και φίλε, όταν κατακρίνουμε κάποιον...

4 σχόλια:

  1. Καλησπέρα Αδερφέ μας Γιώργο, να σου πω την αλήθεια χάρηκα πολύ από την όμορφή σου ιστορία! Αν και θα έπρεπε να σκεφτώ πως η λίπη σαν συναίσθημα θα μου ταίριαζε καλύτερα… Βλέπεις, η κατάκριση δεν είναι απλά μία λέξη του ελληνικού μας λεξιλογίου, αλλά η καθημερινή πραγματικότητά μας… Παρόλα αυτά χάρηκα γιατί ακόμα και οι φαινομενικά αμαρτωλοί άνθρωποι όλο και καλό θα κάνουν για να μπορέσει ο Καλός Θεούλης να τους σώσει από τα νύχια και τα δόντια του κακού μας φίλου. Αρκεί να προσπαθήσουμε έστω και λίγο. Εξάλλου αυτό ζητάει από μας. Και μετά Αυτός θα κάνει τα υπόλοιπα.
    Σήμερα το πρωί στη δουλειά και όταν επιτέλους μπόρεσα να ανοίξω με το ζόρι έστω το ένα από τα δύο μου μάτια και διάβασα το μικρό σου κειμενάκι, μου ήρθε στο μυαλό μια παλιά ιστορία που είχα ακούσει πριν από πολλά χρόνια από μια καλή μου φίλη, που τώρα πια έχει επιλέξει κάποιον άλλον δρόμο από το κοσμικό.
    Κάποτε πολύ παλιά σε ένα μοναστήρι στο Όρος, πριν ακόμα η ανθρωπότητα μάθει τι είναι το ηλεκτρικό ρεύμα, ήταν μία μικρή αδελφότητα νέον κατά βάσει μοναχών με τον Γέροντά τους, ο οποίος ήταν και αυτός σχετικά νέος. Μέσα σε αυτήν την αδελφότητα υπήρχε όμως και ένας μεγάλος σε ηλικία παππούλης. Ο παππούλης της ιστορία μας λοιπόν δεν έλεγε ποτέ καλημέρα και περπατούσε πάντα με κατεβασμένο το βλέμμα. Όποτε συναντούσε κάποιον αδελφό του σταματούσε μπροστά του χωρίς να σηκώσει τα μάτια του από το έδαφος και κατευθίαν γυρνούσε την πλάτη του και άλλαζε πορεία. Δεν πήγαινε ποτέ στης Παρακλήσεις και στους Εσπερινούς. Μπορεί να τον έβλεπαν καμιά φορά στο απόδειπνο μετά την τράπεζα, αλλά θα έφευγε πριν τελειώσει. Μονάχα τις Κυριακές πήγαινε στην Λειτουργία καθυστερημένος και καθόταν μέχρι να τελειώσει. Όλοι οι αδελφοί του τον χαρακτήριζαν μονόχνοτο, παράξενο και τον συκοφαντούσαν συνέχεια στον Γέροντά τους. Πολλές φορές ο Γέροντας μπήκε στον πειρασμό να τον επιπλήξει για την συμπεριφορά του αυτή, αλλά κάθε φορά κάτι τον σταματούσε και τον δικαιολογούσε λέγοντας πως είναι ’’καμώματα της ηλικίας’’. Κάποια μέρα λοιπόν κάλεσε ο Καλός Θεούλης τον Παππούλη μας και αυτός έφυγε για πάντα για ένα πολύ μακρινό ταξίδι. Οι αδερφοί του δεν στεναχωρήθηκαν καθόλου για την απώλεια του. Ίσα, ίσα χάρηκαν κιόλας, γιατί δεν θα έβλεπαν άλλο το ξινισμένο γέρικο πρόσωπό του. Αναρωτιόντουσαν όμως: ’’ τι κατάληξη θα έχει η ψυχούλα αυτού του παράξενου γεράκου που δεν τελούσε κανένα από τα θρησκευτικά του καθήκοντα;’’ Το ρώτησαν στο Γέροντά τους και αυτός με την σειρά του είπε να κάνουν για 40 μέρες προσευχή και νηστεία και τότε θα τους φανερώσει ο Καλός Θεούλης τι έγινε με την ψυχούλα του γέρου αδελφού τους. Μετά από 40 μέρες Άγγελος Κυρίου παρουσιάστηκε στο Γέροντα και του αποκάλυψε ότι ο Γεράκος τους είναι στον Παράδεισο κοντά στον Καλό Θεούλη και προσεύχεται για αυτούς και για την σωτηρία της ψυχής τους. Ο Γέροντας απόρησε. Ρώτησε τον Άγγελο: ’’Μα πως; Αφού…’’ Πριν προλάβει όμως να τελειώσει αυτό που ήθελε να πει του απάντησε ο Άγγελος: ’’Ο αδελφός σας είναι στον Παράδεισο γιατί ποτέ δεν είπε κακό λόγο για αδελφό του και ποτέ δεν κατέκρινε κανέναν σας! Πάντα το βλέμμα του κοιτούσε στο έδαφος για να μην δει κανέναν σας και τον κακολογήσει, δεν ερχόταν στις ακολουθίες για μην δει κανέναν αδελφό να κοιμάται στο στασίδι του, ή να μην κάνει τις μετάνοιες του και τον κρίνει’’. Ο Γέροντα έμεινε άφωνος. Τα νέα γρήγορα διαδόθηκαν από στόμα σε στόμα όχι μόνο στο μικρό κοινόβιο αλλά και στις γύρω Μονές και Σκήτες. Αντί για χαρά όμως απλώθηκε μια απέραντη λίπη. Μέχρι και τα πουλιά σίγησαν εκείνη την μέρα. Ο αέρας δεν φύσηξε και τα λευκά προβατάκια της θάλασσας σταμάτησαν να γλύφουν τους τοίχους του μοναστηριού. Εκείνο το βράδυ ούτε τα άστρα βγήκαν στον ουρανό. Θρηνούσαν οι άνθρωποι, αλλά θρηνούσε και όλη η γη μαζί τους.
    Μακάρι να μπορούσαμε και εμείς να έχουμε έστω λίγη από την ταπείνωση του Άγιου αυτού Παππούλη και ας μας λέγανε παράξενους…
    Να εύχεσαι για μας, οι καλοί σου φίλοι Π+Φ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Πολύ όμορφη η ιστορία σας, φίλοι μου καλοί!Είναι υπέροχη!
    Με την άδειά σας, θα ανεβεί ως ξεχωριστή ανάρτηση.

    Σας ευχαριστώ πολύ! Να εύχεστε...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. διδακτικότες και οι δύο ιστορίες!! ευχαριστούμε!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Υπέροχη ιστορία μακάρι να είμασταν έτσι ....ο κόσμος θα ήταν καλύτερος ....

    ΑπάντησηΔιαγραφή