Ένα μικρό παιδάκι να κουβαλάει ένα κλαδί ελιάς σε μια ανοιξιάτικη παραλία. Κι ο ήλιος στο βάθος να αργοβασιλεύει αγκαλιάζοντας το ατέλειωτο γαλάζιο δίνοντας τα πιο μαγικά του χρώματα. Μια ψαρόβαρκα στην άλλη άκρη της αμμουδιάς να ετοιμάζεται για τη βραδινή της πελαγίσια πορεία κι οι ψαράδες να καπνίζουν τα στριφτά τους τσιγάρα κοιτάζοντας την ακτογραμμή. Κάπου πιο ψηλά και πιο μέσα στην ενδοχώρα, τα πρώτα μπαλκόνια γεμίζουν μικρά φωτάκια. Κι είναι λες και τ'αστέρια ξεκόλλησαν απ'το διάφανο κάδρο τ'ουρανού.
Κι εσύ κρατάς τη φυσαρμόνικα στο ένα σου χέρι και σπρώχνεις το ποδήλατό σου με τ'άλλο. Κι είναι λες και η ζωή βγήκε για λίγο απ'την αέναη, καθημερινή της ρόδα και κύλησε σε διαμαντένιο λιβάδι του παραδείσου. Το καλοκαίρι να πλησιάζει, τα μάτια να λάμπουν και η καρδιά να μυρίζει ιώδιο, αλάτι κι όνειρα. Σε κάποια ελληνική, παραθαλάσσια γωνιά. Λίγο πριν το φεγγάρι βγει για το νυχτερινό του περίπατο. Λίγο πριν ρίξεις το λάσο να φέρεις το φως στην ανύποπτη αλήθεια σου.