Disable_right_click


Κυριακή, 6 Δεκεμβρίου 2015

Το αλμυρό μονοπάτι. (Του Δεκέμβρη ιστορία θαλασσινή)

O άνθρωπος ανακαλύπτει τον εαυτό του
όταν αναμετριέται μ'αυτό που του αντιστέκεται.

  Μύριζε θάλασσα εσπερινή η ματιά του γερο-καπετάνιου. Και την καρδιά του διαφέντευε το αδάμαστό της αλμυρό γαλάζιο. Αυτό ήταν το λύτρο της εξαγοράς για την αφοβιά του γέρου. Χρόνια τώρα η ρυτιδιασμένη τράτα του γλιστρούσε πάνω στο ναρκωμενο πέλαγος. Πάλευε με τα στοιχειά της νυχτερινής φύσης, απολάμβανε τη μοναξιά της περιπλάνησης και την περιπλάνηση της μοναξιάς. Αντί για φτερά, η ύπαρξή του είχε το άγρυπνο βλέμμα του Άη Νικόλα. Αυτός ήταν ο προστάτης του κάθε θαλασσοδαρμένου ναυτικού.

  Έκανε να ψιθυρίσει μια προσευχη, μα τον φιμωσε ο βήχας. Βήχας ξερός, απομεινάρι της θυμησης του Δεκέμβρη. Κρύος, ξερός ήταν αυτός ο Δεκέμβρης. Γέμιζε τις βάρκες με ανησυχία, πάγωνε τις καρδιές που δεν άντεχαν τους αποχαιρετισμούς. Το θυμόταν ο γέρος. Θυμόταν τα μάτια της αγαπημενης του να υγραίνονται, να γίνονται βροχή. Όσες φορές κι αν τη φίλησε, τα χρόνια δεν εσβηναν, δε μαλακωναν τη θλίψη του αποχωρισμού. Σκληρό πράμα οι αποχαιρετισμοί. Δε συνηθίζονται γιατί δε χωράνε σε στιγμές. Είναι, θαρρείς, εκτός του κόσμου αυτού.
...

  Ειχε κατι απροσμενα τραβηχτικό η θαλασσα αποψε. Η μυρωμενη της αλμυρη ανασα κάλυπτε περιτεχνα τη σιωπη του σκοτεινου βυθου της. Ωρα να πηγαινει. Κι η ανεμότρατα σήκωσε πανιά. Ο μπάτης γυρόφερνε περιδιαβαίνοντας τις εξώπορτες των χαμόσπιτων χωρίς όμως να περνά τις ταπεινές εισόδους. Και πισω, στο βαθος του ορίζοντα, αχνοφαινονται οι πέτρινες σιλουέτες των σπιτιών, ασαλευτοι μάρτυρες των ακριβοθώρητων στιγμών της μικρής παραθαλάσσιας πολιτείας.

  Έσφιξε στην τσέπη του το μικρό, ξεθωριασμένο εικονάκι του Άη Νικόλα. Το κουβαλούσε εσώκαρδα πάντα. Η καρδιά του στήλωσε το βλέμμα της στο υδάτινο μονοπάτι εμπρός του. Οι δρόμοι, οι δρόμοι της θαλασσας είναι μεγάλοι. Είναι το βελουδινο συνορο του ονείρου. Κι από κει ξεμυτιζει κάθε πρωί ενεργητικός στο ταξίδι του ο ήλιος. Αυτός που δίνει ζωή. Ακούς; Ζωή...
υγ: Άτεχνη απόπειρα γραφής με φόντο νοητό τον σπουδαίο άγιο προστάτη των εραστών της θάλασσας, άγιο Νικόλαο. 
υγ2: Το δίστιχο στην αρχή είναι του Antoine De Saint-Exupery. Απ'το βιβλίο "Η γη των ανθρώπων", εκδ. Ζαχαρόπουλος σε μετάφραση του Νίκου Αθανασιάδη.
υγ3: Καλό Δεκέμβρη, αδέρφια. Ξεχωριστό ευχαριστώ για τα σχόλια, τα mail σας και τις ευχές σας τις καρδιακές. 

6 σχόλια:

  1. Η απόπειρα γραφής σου, μόνο άτεχνη δεν χαρακτηρίζεται... Καλό μήνα Σεβάχ :))

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ότι γράφεις με αγγίζει σαν το χάδι του ανέμου στα μαλλιά μου..καλέ μου Σεβάχ..κάποτε ο νονός της κόρης μου που ήταν καπετάνιος μου είπε! Στις φουρτούνες ο καπετάνιος πάει κόντρα στο κύμα, έτσι μόνο σώζει το καράβι, ποτέ με τη πλάτη στο κύμα και τη καταιγίδα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Θαλασσινό γιορτινό αεράκι! Κι ο άγιος Νικόλας έδωσε αέρα στο πανιά σου! Καλό μήνα Σεβάχ! Αυτά τα Χριστούγεννα θα είναι πολύ όμορφα το νιώθω!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Μου αρεσε παρα παρα πολυ!
    καλημερα και καλη εβδομαδα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Όμορφη η ιστορία σου, μου άρεσαν οι λέξεις που διάλεξες να χρησιμοποιήσεις! Με ταξίδευαν...και με βοηθούν να φτιάχνω εικόνα!
    Βοήθεια μας ο Άγιος Νικόλαος!
    Καλή σου μέρα φίλε μου :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Tι αξία έχει μια θάλασσα σε μια άλλη θάλασσα να μιλά!

    Αξία έχει ο αγιασμός της, ο αγιασμός μας από τον Άγιό της και παλαιό γείτονά μου τον Νικόλαο, τον προστάτη μου' έτσι δεν λένε πως είναι και των ορφανών προστάτης και βοηθός?

    ΑπάντησηΔιαγραφή