Disable_right_click


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 7 Ιουνίου 2019

Ωφέλιμη διήγηση από το γεροντικό


Ένας Γέροντας είδε ένα σκορπιό να πνίγεται και προσπάθησε να τον σώσει τραβώντας τον από το νερό. Μόλις τον έβγαλε,ο σκορπιός τον τσίμπησε,ο πόνος ήταν οξύς και ο Γέροντας τον άφησε μονομιάς με αποτέλεσμα ο σκορπιός να ξαναπέσει στο νερό και να κινδυνεύει να πνιγεί. Ο Γέροντας ξαναπροσπάθησε και ο σκορπιός τον τσίμπησε ξανά. 
Ένας υποτακτικός που είδε τη σκηνή πλησίασε και του είπε: Με συγχωρείτε, γέροντα,αλλά δεν έχετε αντιληφθεί ότι κάθε φορά που προσπαθείτε να σώσετε τον σκορπιό, αυτός σας τσιμπάει; 
Ο γέροντας απάντησε: Η φύση του σκορπιού είναι να τσιμπάει κι αυτό δεν θα αλλάξει. Η δική μου είναι να βοηθώ. Στη συνέχεια, ο Γέροντας με την βοήθεια ενός φύλλου έβγαλε το σκορπιό απ το νερό και τον έσωσε. 
Στράφηκε κατόπιν στο μαθητή του και του είπε: Μην αλλάξεις τη φύση σου αν κάποιος σου προξενήσει πόνο. Απλά πάρε τα μέτρα σου επειδή οι άνθρωποι είναι μάλλον πάντα αχάριστοι στο καλό που τους γίνεται. Αλλά δεν είναι λόγος να σταματήσεις να το κάνεις, να νεκρώσεις την αγάπη που ζει μέσα σου. Κάποιος κυνηγά την ευτυχία, άλλοι την δημιουργούν.
Να ανησυχείς περισσότερο για τη συνείδηση σου παρά για την φήμη σου. Επειδή η συνείδηση σου είναι αυτό που είσαι ενώ η φήμη σου είναι ότι σκέφτονται οι άλλοι για σένα. 
Όταν η ζωή σου παρουσιάζει χίλιους λόγους για να κλαις, δείξε ότι έχεις χίλιους λόγους για να χαμογελάς.

πηγή: εδώ

Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2018

Γνωρίζεις τι γίνεται αν διαβάζεις του Χαιρετισμούς της Παναγίας κάθε μέρα;

Στα παλιά χρόνια, δηλαδή πριν από το 1800, κάποιος εκεί τότε, – υπήρχαν πολλοί λησταί, όπως είναι γνωστό, που στήνανε καρτέρι στα σταυροδρόμια, και λήστευαν τους περαστικούς,– κάποιος λοιπόν απ’ αυτούς τους αρχιληστάς είχε βάλει μερικούς συντρόφους, να στήνουν το καρτέρι τους σε ένα σταυροδρόμι που ήτο αναγκαστικό πέρασμα για τους περαστικούς πεζοπόρους, από τη μια πόλη στην άλλη.

Και όποιος περνούσε, είτε ήταν μόνος του, είτε ήταν δύο είτε τρείς, τους λήστευαν.

Και μετά τους άφηναν να φεύγουν, δεν τους έκαναν κακό. Δεν τους τραυμάτιζαν, δεν τους κακοποιούσαν.

Κάποτε πέρασε απ’ αυτό το σταυροδρόμι και ένας άγιος μοναχός. Εκείνος, – τον σταμάτησαν βέβαια και τον λήστεψαν, τι να πάρουν από έναν μοναχό, τέλος πάντων, ό,τι είχε – δεν έφυγε.

Παρακάλεσε τους ληστάς να τον οδηγήσουν στο λημέρι του αρχηγού τους, – λέει «τι τον θέλεις;»

-Α, λέει, θα σας πώ κάτι πολύ σπουδαίο. Σε λίγο θα περάσει ένας πολύ μεγάλος και πλούσιος έμπορος φορτωμένος διαμάντια, αλλά, θέλω να του πώ, πώς θα είναι ντυμένος, για να τον καταλάβετε, γιατί θάχει μαζί του πολλά τα κουρέλια.

Έτσι και έγινε, όχι για να μην του χαλάσουν το χατίρι, αλλά για τις απολαβές που θα είχε.

Τον πήγαν λοιπόν.. μόλις συναντήθηκε ο μοναχός με τον αρχιληστή, του λέγει ότι θα καλέσεις όλους τους ανθρώπους εδώ, για να τους πω αυτό το μεγάλο νέο, διότι είναι πολύ σπουδαίο.

Πράγματι λοιπόν, εκείνος τους μάζεψε.

Α, λέει, κάποιος λείπει. Να μου τον φέρετε κι αυτόν εδώ.

Λέει, τι τον θέλεις, αυτός μαγειρεύει τώρα για το μεσημέρι.

Όχι, να τον φέρετε.

Πάνε λοιπόν, εκείνος δεν ήθελε να ’ρθεί, και τον άρπαξαν με το ζόρι, και τον έφεραν μπροστά στο μοναχό.

Μόλις ο μάγειρας αντίκρισε τον μοναχό, δεν ήθελε να τον βλέπει.

Αλλά ούτε και ο μοναχός γύρισε να τον δει.

Αντιθέτως ο μάγειρας άρχισε να τρέμει, να τρέμει πολύ.

Τον ρωτάει λοιπόν ο μοναχός.

-Γιατί τρέμεις μάγειρα;

-Ε, – αναγκάστηκε εκείνος να ομολογήσει, – ότι ήταν διάβολος που είχε μετασχηματιστεί σε άνθρωπο, για να παρακολουθεί από κοντά αυτόν τον αρχιληστή.

Ο αρχιληστής όμως αυτός, είχε μια πολύ καλή συνήθεια.

Προσευχόταν στην Παναγία καθημερινά. Και πώς προσευχόταν; – λέει.

Διάβαζε κάθε μέρα τους Χαιρετισμούς. Πρωί και μεσημέρι και βράδυ. Την καλή αυτή συνήθεια την πήρε απ’ τη μάνα του.

Την πήρε απ’ το σπίτι του, που του είχε μάθει τους Χαιρετισμούς από μικρό παιδί, και έτσι τους ήξερε από στήθους. Δηλαδή από μνήμης, και τους έλεγε χωρίς να τους διαβάζει.

Βέβαια, αργότερα πήρε τον κακό το δρόμο κι έγινε ληστής, παρά ταύτα όμως, τους Χαιρετισμούς δεν τους είχε αφήσει ούτε μια μέρα. Έτσι η Παναγία βρισκόταν κοντά του και τον φύλαγε.

Και τον φύλαγε επειδή περίμενε μια ευκαιρία η Παναγία για να τον σώσει, να τον φέρει σε μετάνοια, ν’ αλλάξει ζωή, να σωθεί.

Ο μάγειρας διάβολος, είχε σταλεί πάλι απ’ τον αρχισατανά για να τον σκοτώσει και να πάρει την ψυχή του στην Κόλαση. Δεν μπορούσε όμως γιατί τον εμπόδιζαν οι Χαιρετισμοί της Παναγίας.

Περίμενε λοιπόν μια ευκαιρία. Ποια; Το πότε θα ξεχνούσε έστω και μία φορά, έστω και μια μέρα, να απαγγείλει ο αρχιληστής τους Χαιρετισμούς της Παναγίας.

Τότε θα ήταν αφύλακτος από την προστασία Της, θα προκαλούσε για τη μοιρασιά, ανάμεσα στους ληστάς και τους συντρόφους του κάποια φασαρία, εκείνοι με την προτροπή βέβαια του διαβόλου μάγειρα, θα τον σκότωναν και έτσι θάπαιρνε την ψυχή του στην Κόλαση.

Μα η Παναγία τον προστάτευε και τον προστάτευε χάριν των Χαιρετισμών. Μπορεί να ήτο ληστής, αλλά δεν ήταν φονιάς. Παρά ταύτα όμως τους Χαιρετισμούς δεν τους άφησε.

Μπορεί η ζωή του να ήτο άσχημη, να ήτο κακή, να ήτο αντιευαγγελική αλλά ο Θεός όμως που δεν θέλει το θάνατο του αμαρτωλού ως το επιστρέψαι και ζείν αυτόν, και ακούγοντας και τις μεσιτίες και τις παρακλήσεις της Παναγίας Μητρός Του, του έδωσε την ευκαιρία για να σωθεί.

Μόλις λοιπόν ο αρχιληστής άκουσε αυτή την ομολογία από τον μάγειρο διάβολο, αμέσως φωτίσθηκε. Κατάλαβε τα τραγικά του λάθη. Τις αμαρτίες του, και κείνη τη στιγμή μετανόησε, και σώθηκε.

Η μετάνοιά του συγκλόνισε και τους άλλους ληστάς, τους συντρόφους του, και με τις οδηγίες του αγίου εκείνου μοναχού όλοι τους οδηγήθηκαν στο μεγάλο μυστήριο της ευσπλαχνίας του Θεού, δηλαδή στην Ιερά Εξομολόγηση.

Και με την έμπρακτη αποκατάσταση όλων των κλοπιμαίων, όλοι οι λησταί μαζί με τον αρχιληστή εσώθησαν.

Τους έσωσαν οι Χαιρετισμοί της Παναγίας.

Οι Χαιρετισμοί λοιπόν χριστιανοί μου, έχουν τεράστια σωτηριώδη σημασία, όταν τους διαβάζουμε ή τους απαγγέλουμε κάθε βράδυ με πίστη και ευλάβεια.

Μας χαρίζουν την πλέον αποτελεσματική βοήθεια στην προσπάθειά μας και στον αγώνα που κάνουμε κάθε μέρα, για να νικήσουμε τα πάθη μας. Για να νικήσουμε το κακό, την αμαρτία και τον διάβολο.

Άλλωστε Εκείνη μας προτρέπει και μας λέγει «φωνάξτε με», ή «φωνάζετέ με», «φωνάζετε το όνομά μου, και γω θα σας βοηθώ πάντοτε».

Να με καλείτε ή με το «Υπεραγία Θεοτόκε βοήθει μοι», ή με το «Υπεραγία Θεοτόκε βοήθησέ μας», ή «σώσον με», ή «σώσον ημάς».

Άλλωστε είναι και λειτουργικός ύμνος. Κάθε φορά που αναφέρουμε το όνομα της Παναγίας μας στη Θεία Λειτουργία, στον όρθρο ή τον εσπερινό, οι ιεροψάλτες μας να απαντούν «Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς».

«Και γω θα έλθω», μας υπόσχεται η Παναγία, «θα σας βοηθήσω, και θα σας βοηθήσω σε όλες σας τις ανάγκες, σε όλους τους πειρασμούς της ζωής σας, στα βάσανα, στις θλίψεις και στις στεναχώριες. Θα είμαι πάντοτε κοντά σας.

Μεσίτρια ακόμα και όταν θα βγαίνει η ψυχή σας, για να σας φυλάξω από τα εναέρια δαιμόνια. Αλλά και στη Δευτέρα Παρουσία του Υιού μου και Κριτού των πάντων και κει θα είμαι κοντά σας.»

Άλλωστε αυτό θα το δούμε σε λίγο, όταν θα απαγγείλουμε την προσευχή στην Υπεραγία Θεοτόκο που αρχίζει με το «Άσπιλε, αμόλυντε».

Χριστιανοί μου, ας αγαπήσουμε αυτή την προσευχή των Χαιρετισμών, και την επίκληση του ονόματός Της, και τότε εκείνη θα ανοίξει την πόρτα του Παραδείσου και θα μας σώσει.

Το εύχομαι εις όλους σας, και σεις να το εύχεστε σε μένα, Αμήν.

(Απομαγνητοφωνημένα (και ηχητικά) κηρύγματα του Πρωτοπρεσβυτέρου π. Στεφάνου Αναγνωστόπουλου)

υγ: Ευχαριστούμε πολύ το φίλο Δημήτρη που μας το έστειλε. (Αν κάποιος γνωρίζει και την πηγή, ας μας την στείλει ώστε να την προσθέσουμε!)

Πέμπτη 27 Ιουλίου 2017

Ένα διαφορετικό πρωινό

"Αν τακτοποιηθούν τα εσωτερικά του ανθρώπου,
αυτόματα θα τακτοποιηθούν και τα εξωτερικά*."

Συννεφιασμένο ήταν το προηγούμενο βράδυ. Όχι αυτό που έβλεπαν όλοι, αλλά του μέσα της ουρανού. Καιρό τώρα πάλευε να ξεπεράσει κάποια προβλήματά της. Κι ενώ πάσχιζε να βάζει τις σκέψεις της σε τάξη, έρχονταν κι άλλες κακές σκέψεις. Κι άλλοι λογισμοί. Κι άλλα κι άλλα κι άλλα. Ανασφάλειες, φοβίες, οικονομική κρίση, όλα μπερδεύονταν μέσα της.

Μα αυτό το πρωινό είναι διαφορετικό. Αυτό το πρωινό θυμήθηκε -ξανά, μετά από καιρό- πως η ζωή μας εξαρτάται από μας, απ'τον τρόπο που βλέπουμε τα πράγματα. Θυμήθηκε -ξανά- πως υπάρχει μια λωρίδα ρούχου που αν το επιθυμήσεις πραγματικά, μπορεί με τρόπο θαυματουργικό να σου σβήσει όλες τις αμαρτίες: το πετραχήλι του παπά.

Μετά από πολλές σκέψεις, αναστολές, δισταγμούς, το πήρε απόφαση. Άφησε τον εαυτό της στο πέλαγος της αγάπης του Θεού. Η άπειρη συγχωρητικότητά Του είναι αληθινή. 

Οι λογισμοί, οι φοβίες, οι κακές σκέψεις έγιναν καπνός. Στη θέση της καρδιάς, που πριν ήταν μια βαριά μυλόπετρα, τώρα υπήρχε μόνο μια γλυκιά διάθεση ειρήνης. 

υγ:από αληθινή ιστορία
υγ2: Το δίστιχο στην αρχή είναι του αγ.Πορφυρίου του Καυσοκαλυβίτη

Δευτέρα 24 Ιουλίου 2017

Ο κλόουν στο 426

Κι έρχονται στιγμές που η ζωή σε κερνάει δυστυχία.
Κι έρχονται στιγμές που βρίσκεις τη δύναμη να γελάσεις μπροστά στον θάνατο.
Κι έρχονται στιγμές που κανείς τον κλόουν.
Για το παιδί στο 426.
Καληνύχτα...

2 μ.μ.: Το καρότσι νοσηλείας πλησιάζει το θάλαμο 426. Δίκλινο. 
Ένας ασθενής μέσα. 12 χρονών. 
Αγόρι. 
Λευχαιμία. 
Δεύτερο σχήμα χ/ο. 
Οι παρενέργειες έχουν αρχίσει πια να εκδηλώνονται πιο συχνά. Ο νοσηλευτής μπαίνει στο θάλαμο. Ο μικρός Α. απουσιάζει. Μόνο η μάνα στην καρέκλα σκυφτή.
Σηκώνει το κεφάλι. Σηκώνει το χέρι και με δυσκολία δείχνει το μπάνιο.
- Πάλι εμετοί; ρωτάει ο νοσηλευτής.
- Όχι. Κλαίει.
- Γιατί; Του είπαν κάτι άσχημο οι γιατροί;
- Όχι παιδί μου, απαντά η μάνα. Δεν είδες;
- Όχι, τί να δω;
- Να, πριν από λίγο, πέρασε από εδώ ένας κλόουν, μπήκε στο θάλαμο, είδε τον Α. κι έφυγε. Είχε κάνει λάθος όροφο.
- Μάλιστα. Κι ο μικρός απογοητεύθηκε και τώρα κλαίει, είπε ο νοσηλευτής με φωνή, που μόλις έβγαινε από μέσα του. Η μάνα έγνεψε καταφατικά δακρυσμένη.
- Και αύριο έχουμε το κρίσιμο χειρουργείο, είπε η μάνα με πνιχτή φωνή.
Σφίγγοντας τα δόντια, ο νοσηλευτής εκτελεί τη νοσηλεία και βρίσκοντας μια δικαιολογία πηγαίνει στα αποδυτήρια. 
6 μ.μ.: Θάλαμος 426. Ο μικρός Α. ξαπλωμένος, κοιτάζει το ταβάνι. Ακούει το καρότσι νοσηλείας να πλησιάζει. «Πάλι θα μου βάλουν νερό με τη σύριγγα από το ροζ κουμπάκι, σκέπτεται».

Τρίτη 23 Μαΐου 2017

σκέψεις σκόρπιες και μια ιστορία

μια απόπειρα ιστόρησης ενός αληθινού περιστατικού που, όμως, κατέληξε άδοξα σε σκόρπιες σκέψεις. Αμφιταλαντεύτηκα αρκετά ως προς το αν θα το ανέβαζα τελικά ολόκληρο το κείμενο ή όχι. Οπότε διάβασέ το με επιείκεια :) 


Οι τελευταίες μέρες της άνοιξης είναι ιδιαίτερες για τον Νικόλα. Η δουλειά του, πιεστική απ'την αρχή του Οκτώβρη, αυτές τις μέρες του Μάη αρχίζει να χαλαρώνει. Έτσι, μπορεί να πάρει το αυτοκίνητό του και να πάει ως το μακρινό ακρωτήρι. Ένα μικρό κομμάτι γης που τολμά να απλώνεται μέσα στο βαθύ, αλμυρό γαλάζιο του πελάγους.

Τέλη Μαΐου λοιπόν. Κάποια μυρωμένη, ασυννέφιαστη και φωτεινή μέρα. Το μικρό άσπρο αυτοκίνητο ακολουθεί το φιδογυριστό δρόμο διπλής κατεύθυνσης που οδηγεί στο ακρωτήρι. Όμορφες στιγμές. 

Παρόλο που το καλοκαίρι κοντεύει, ο δρόμος είναι μάλλον άδειος. Ο καφές έχει σχεδόν τελειώσει. Το ίδιο και η υπομονή του. Το πρόβλημα υγείας που τον ταλαιπωρούσε εδώ και μερικά χρόνια τώρα άρχιζε να του κλονίζει τα πιο ευαίσθητα δωμάτια της ψυχής του. Όσο δυνατός κι αν είσαι, υπάρχουν φορές που λυγίζεις.

Κι οι λογισμοί... Αχ, οι λογισμοί. Σκέψεις. Σκέψεις αόρατες, μα σκληρές σαν πέτρες και συμπαγείς σαν άγκυρες. Αν δεν ριχτείς με θάρρος στο αμέτρητο έλεος του Σταυρού του, τότε αυτοί μπορούν να σε πνίξουν αργά και βασανιστικά.

......

Είκοσι λεπτά μετά. Ο ήλιος σκόρπιζε απλόχερα το φως του παντού. Μα αυτό που πιο ολοκληρωτικά δεχόταν τις ταξιδιάρικες ηλιαχτίδες ήταν το πέλαγος. Πάνω στη θαλάσσια επιφάνεια χιλιάδες φωτεινές τελίτσες αναβόσβηναν, έρχονταν κι έφευγαν, σαν να εκρήγνυνται άπειρα πυροτεχνήματα στο νυχτερινό ουρανό.

Ο Νικόλας σκέφτηκε προς στιγμή να πάρει το κινητό του να φωτογραφίσει το υπέροχο τοπίο. Μα δίστασε. Δεν ήθελε να χάσει την ομορφιά των σιωπηλών στιγμών. Στιγμές... Τι λέξη κι αυτή! Κρύβεται μια ολόκληρη ζωή μέσα σ'αυτή τη λέξη. Ίσως και μια κίνηση της καρδιάς, μια κρυμμένη διάθεση για να βιωθεί στο έπακρο η ευτυχία.

Μα πώς να βιώσεις την ευτυχία όταν δε μπορείς να δεις πέρα απ'τον εαυτό σου; Χτίζουμε τείχη θαυμαστά γύρω μας, ασφαλίζουμε με βαριές μπάρες τις πόρτες της καρδιάς μας και εκεί μένουμε μόνοι, οχυρωμένοι στο ψηλό μας 'εγώ'. Γινόμαστε μονάδες, άτομα που ψάχνουμε για στιγμές μα δε ξέρουμε προς τα πού να τις αναζητήσουμε. 

Πώς ν'αγαπήσει κανείς αν δε μάθει να θαυμάζει τη φύση, τ'αστέρια τ'ουρανού; Πώς να εκτιμήσεις την αξία και το εύρος της αγάπης αν προηγουμένως δεν αγαπήσεις τα ζωάκια, τα πουλάκια, τους ποταμούς;

Η αγάπη είναι ο αστερισμός των θεϊκών στιγμών που έχουν ως απαρχή το Σταυρό του Χριστού και γέφυρα το ακρωτήρι της δικιάς μας καρδιάς. Αν δεν ξεκινήσουμε απ'το γκρέμισμα των φόβων μας, των εγωισμών μας, πώς να ξεκινήσει η καρδιά για το σωστό ταξίδι;

Ψάχνουμε εναγωνίως για αγάπη, για όμορφες στιγμές μα ο κόσμος μας είναι γεμάτος από μίσος, αποτυχημένες σχέσεις και έρωτες λίγων ημερών. Είμαστε διατεθειμένοι να κάνουμε τα πάντα για να φτιάξουμε την τέλεια μάσκα και να κρυφτούμε αγχωτικά πίσω απ'αυτήν. Μα δεν τολμάμε να ρίξουμε φως στα σκοτάδια μέσα μας. Στους λογισμούς μας. Στα πάθη μας.

Αντί να ριχτούμε στην στοργική αγκαλιά του τόσο παρεξηγημένου Ιησού, κουκουλώνουμε τις πληγές μας λες κι έτσι θα γιατρευτούν. Μαζευόμαστε τρομαγμένοι στη μοναξιά μας. Καρδιές μαραζωμένες και διψασμένες. 

Είμαστε τόσο γεμάτοι τρόπους επικοινωνίας, μα τόσο άδειοι από αληθινές στιγμές μοιρασιάς. Ενότητας. Αλληλεγγύης. Πόσο εύκολα χάνουν οι λέξεις το νόημά τους. Μήπως τελικά δε χρειαζόμαστε άλλες λογικές εξηγήσεις; Ίσως η μετάνοια να'ναι η λέξη-κλειδί. Μια λέξη που άλλη παρόμοια δεν έχει παρεξηγηθεί τόσο πολύ.

Μετάνοια είναι η λέξη που ξεκλειδώνει τα τείχη του 'εγώ' μας. Μετάνοια είναι οι μικρές, οι μικρούτσικες και σιωπηλές εκείνες στιγμές που μας στέλνουν απ'το πετραχήλι του πνευματικού στην αγκαλιά του Ιησού. Είναι η κίνηση η λυτρωτική που ανοίγει τα παράθυρα της ψυχής μας κι ανασαίνουμε και πάλι λεύτεροι! Γεμίζουν αέρα τα πνευμόνια της καρδιάς μας! Μπορούμε πια ν'αγαπάμε τα πάντα! Μετέχουμε του ποτηριού Του (θεία Κοινωνία) κι είμαστε πια σε ενότητα, σε σχέση, σε επικοινωνία με τους πάντες: ανθρώπους, ζώα, πουλιά, θάλασσες και βουνά! 

Ζούμε πια ανανεωμένοι, καθαροί. Ενωμένοι με όλο τον κόσμο. Είμαστε γεμάτοι χαρά! Όπως ο άγιος Σεραφείμ του Σαρώφ που ζούσε αυτή την κατάσταση της σχέσης με τα πάντα και με όποιον επικοινωνούσε, τον προσφωνούσε "χαρά μου"!!!! Χαρά μου!!! Το αντιλαμβάνεσαι αυτό;;;;

.......

Δευτέρα 5 Σεπτεμβρίου 2016

Χωρίς φανατισμό

Μια υπέροχη ομιλία του π.Ανδρέα Κονάνου απ'την εκπομπή "Είκοσι λεπτά αρκούν". Όσες φορές κι αν την ακούσω, δεν την χορταίνω.
Καλό βράδυ, αδέρφια μου.

Κυριακή 29 Μαΐου 2016

_απρόσμενα

όταν τα λόγια πια δεν αρκούν,
θα'χεις για παρέα το φως
λεπτό, δροσερό κι αθέατο

  Διάγνωση: καρκίνος. Και ξαφνικά βρίσκεσαι μόνη σου σ'ένα δωμάτιο σκοτεινό. Ξαπλωμένη. Θες να κλάψεις. Μα τα δάκρυα δε μπορούν να ξεφύγουν απ'την άρνησή σου. Προσπαθείς με τη λογική. Να σκεφτείς, να βάλεις τα πράγματα κάτω. Να ορίσεις ανθρώπους, στιγμές, λέξεις, σκέψεις, αισθήματα. Μα αδύνατο. Αδύνατο. 
  Ώσπου αφήνεσαι. Τα δάκρυα ορμούν, σωστοί χείμαρροι απ'τη μοναξιά των ματιών σου. Κλαις, κλαις για ώρα. Τα χέρια σου σφιχταγκαλιάζουν το πονεμένο σου κορμί. Σηκώνεσαι. Με αργά βήματα φτάνεις ως την μπαλκονόπορτα. Ανοίγεις την πόρτα. Το καλοκαιρινό αεράκι σε τυλίγει μες στη σιωπή. Σηκώνεις τα μάτια σου ψηλά. Το βλέμμα σου συναντιέται με τ'άπειρα αστέρια. 
  Χωρίς να το καταλάβεις, μια φωνούλα μέσα σου αρχίζει να ψελλίζει μια προσευχή. Άθελά σου αρχίζεις να μετέχεις και συ. Έλα, αν υπάρχεις, στη ζωή μου. Μ'ακούς, Θεέ μου; Ή μιλάω στο πουθενά; Αν υπάρχεις, έλα. 
 Και κλείνεις τα μάτια. Και, μέσα στη σιωπή της μεγαλούπολης, γεύεσαι μια θάλασσα γαλήνης. Και μέσα απ'τη γαλήνη χιλιάδες αστέρια ξεκολλούν απ'τον ουρανό. Και μαζί τους άλλες τόσες ομπρέλες χορεύουν στο ταξίδι του ανέμου. Και συ; Δε ξέρεις τι και πώς και γιατί. Η καρδιά σου γεύεται μυστικά κι η μοναξιά σβήνει απρόσμενα όπως ήρθε. Κάτι μέσα σου πια σε πλημμυρίζει ελπίδα. 


απ'την αληθινή ιστορία της Βασιλικής

Παρασκευή 27 Μαΐου 2016

...για μια ιστορία

αnd I watched as the bone dust hung in the sky
like a dim flock of endless prayers

  Θα'θελα να γράψω μια ιστορία για τη ζωή. Για τις στιγμές που περνούν και κυλούν ανύποπτες και κανείς δεν τους δίνει σημασία. Για ένα φεγγάρι, μια βάρκα, έναν ήλιο. Μια ιστορία έρωτα κι αγάπης που ο χρόνος της έδωσε αδιόρατα σχήματα πόνου και χαράς. Που τη στόλισε με δάκρυα κι ελπίδα. Ατέλειωτη σαν θάλασσα, σαν διάφανη γαλάζια αγκαλιά.

  Θα'θελα να γράψω μια ιστορία που να εντυπωσιάσει τα χέρια μου καθώς θα τη γράφουν. Και το μυαλό μου καθώς θ'ανεβαίνει στο τραίνο της καρδιάς έτοιμο να χαθεί σ'άγνωστους προορισμούς. Θα'θελα να τη γράφω ακούγοντας τη στοιβαρή μουσική απ'τις ράγες κοιτώντας πού και πού έξω απ'το παράθυρο χωρίς να σκέφτομαι, χωρίς να με νοιάζει τίποτα. 

  Θα το'θελα τόσο πολύ. Μια μονάχα ιστορία. Μια αέναη κίνηση ισορροπίας ανάμεσα στο γλυκό άπειρο και στη χειροπιαστή πραγματικότητα. Ανάμεσα στ'αστέρια της νύχτας και το σιωπηλό γλυκοχάραμα της μέρας. Κάπου ανάμεσα στις αναπνοές που παίρνουμε και το σμάρι των ευλογημένων στιγμών που βρίσκονται εκεί. 


υγ: Οι δύο στίχοι στην αρχή είναι lyrics απ'το τραγούδι Big Light του συγκροτήματος Houses

Τετάρτη 6 Απριλίου 2016

Απ'την καθημερινότητά μας

  Δεν έβλεπε απ'την κούραση. Τα παιδιά της είχε καταφέρει να τα βάλει για ύπνο πριν καμιά ώρα. Ο άντρας της, κατάκοπος κι αυτός, είχε ξαπλώσει πριν μισή ώρα. 
  Ήθελε να κάνει μερικές δουλειές ακόμη, όμως οι δυνάμεις της την είχαν εγκαταλείψει. Το ίδιο και η ελπίδα. Δεν μπορούσε να καταλάβει αν ήταν πιο πολύ κουρασμένη ή απογοητευμένη. Παραπατώντας σχεδόν σύρθηκε μέχρι την κρεβατοκάμαρα. Έκανε με κόπο το σταυρό της και ξάπλωσε όσο γινόταν πιο ήπια για να μη ξυπνήσει το σύζυγό της.
  Της είχαν πέσει όλα μαζεμένα εκείνη τη μέρα. Αφόρητη πίεση στη δουλειά, προβλήματα υγείας με το μικρό γιο (τον έτρεχε στο νοσοκομείο στα επείγοντα), διάβασμα με την κόρη για το διαγώνισμα του σχολείου, η κηδεία της φίλης της απ'τον εθελοντισμό... Ήταν και το οικονομικό στη μέση που έσφιγγε ακόμη περισσότερο την καρδιά της.
  Ξαπλωμένη καθώς ήταν, οι σκέψεις περνούσαν σαν σαΐτες απ'το μυαλό της. Δεν την άφηναν να κοιμηθεί. Σκεφτόταν το γέλιο της φίλης της που πια δεν θα το ξανακούσει. Σκεφτόταν τις άπειρες δουλειές του σπιτιού που δεν κατάφερε να κάνει απόψε: σιδέρωμα, άλλο πλυντήριο, μάζεμα του σαλονιού απ'τα παιχνίδια του μικρού. Και τόσα άλλα που δεν τολμούσε ούτε να τα ψελλίσει στον ίδιο της τον εαυτό...
  "Και τώρα τι γίνεται, Θεέ μου; Τι; Άντε πες μου τώρα πώς να τα καταφέρω. Κοντεύω να λυγίσω. Πού είσαι; Γιατί δε μιλάς έστω με τον τρόπο σου; Μίλα. Δώσε μου ένα σημά..." Κάπου εκεί ο ύπνος την πήρε στην αγκαλιά του και σφάλισε τα μάτια της. Για να ξυπνήσει την επόμενη και να συνεχίσει τον ίδιο αγώνα, με την ίδια ένταση. Με τα ίδια όνειρα που είχαν μείνει στην κατάψυξη. 

....

Γι'αυτήν και για όσους κάνουν αγώνα, έλα να κάνουμε μια σιωπηρή προσευχή. Απ'όπου είσαι. Με την καρδιά να ευχηθείς. Έτσι μόνο αξίζει. Έτσι μόνο ταξιδεύει σαν φως η προσευχή. Και σαν αγκαλιά.

Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2015

Το αλμυρό μονοπάτι. (Του Δεκέμβρη ιστορία θαλασσινή)

O άνθρωπος ανακαλύπτει τον εαυτό του
όταν αναμετριέται μ'αυτό που του αντιστέκεται.

  Μύριζε θάλασσα εσπερινή η ματιά του γερο-καπετάνιου. Και την καρδιά του διαφέντευε το αδάμαστό της αλμυρό γαλάζιο. Αυτό ήταν το λύτρο της εξαγοράς για την αφοβιά του γέρου. Χρόνια τώρα η ρυτιδιασμένη τράτα του γλιστρούσε πάνω στο ναρκωμενο πέλαγος. Πάλευε με τα στοιχειά της νυχτερινής φύσης, απολάμβανε τη μοναξιά της περιπλάνησης και την περιπλάνηση της μοναξιάς. Αντί για φτερά, η ύπαρξή του είχε το άγρυπνο βλέμμα του Άη Νικόλα. Αυτός ήταν ο προστάτης του κάθε θαλασσοδαρμένου ναυτικού.

  Έκανε να ψιθυρίσει μια προσευχη, μα τον φιμωσε ο βήχας. Βήχας ξερός, απομεινάρι της θυμησης του Δεκέμβρη. Κρύος, ξερός ήταν αυτός ο Δεκέμβρης. Γέμιζε τις βάρκες με ανησυχία, πάγωνε τις καρδιές που δεν άντεχαν τους αποχαιρετισμούς. Το θυμόταν ο γέρος. Θυμόταν τα μάτια της αγαπημενης του να υγραίνονται, να γίνονται βροχή. Όσες φορές κι αν τη φίλησε, τα χρόνια δεν εσβηναν, δε μαλακωναν τη θλίψη του αποχωρισμού. Σκληρό πράμα οι αποχαιρετισμοί. Δε συνηθίζονται γιατί δε χωράνε σε στιγμές. Είναι, θαρρείς, εκτός του κόσμου αυτού.
...

  Ειχε κατι απροσμενα τραβηχτικό η θαλασσα αποψε. Η μυρωμενη της αλμυρη ανασα κάλυπτε περιτεχνα τη σιωπη του σκοτεινου βυθου της. Ωρα να πηγαινει. Κι η ανεμότρατα σήκωσε πανιά. Ο μπάτης γυρόφερνε περιδιαβαίνοντας τις εξώπορτες των χαμόσπιτων χωρίς όμως να περνά τις ταπεινές εισόδους. Και πισω, στο βαθος του ορίζοντα, αχνοφαινονται οι πέτρινες σιλουέτες των σπιτιών, ασαλευτοι μάρτυρες των ακριβοθώρητων στιγμών της μικρής παραθαλάσσιας πολιτείας.

  Έσφιξε στην τσέπη του το μικρό, ξεθωριασμένο εικονάκι του Άη Νικόλα. Το κουβαλούσε εσώκαρδα πάντα. Η καρδιά του στήλωσε το βλέμμα της στο υδάτινο μονοπάτι εμπρός του. Οι δρόμοι, οι δρόμοι της θαλασσας είναι μεγάλοι. Είναι το βελουδινο συνορο του ονείρου. Κι από κει ξεμυτιζει κάθε πρωί ενεργητικός στο ταξίδι του ο ήλιος. Αυτός που δίνει ζωή. Ακούς; Ζωή...
υγ: Άτεχνη απόπειρα γραφής με φόντο νοητό τον σπουδαίο άγιο προστάτη των εραστών της θάλασσας, άγιο Νικόλαο. 
υγ2: Το δίστιχο στην αρχή είναι του Antoine De Saint-Exupery. Απ'το βιβλίο "Η γη των ανθρώπων", εκδ. Ζαχαρόπουλος σε μετάφραση του Νίκου Αθανασιάδη.
υγ3: Καλό Δεκέμβρη, αδέρφια. Ξεχωριστό ευχαριστώ για τα σχόλια, τα mail σας και τις ευχές σας τις καρδιακές. 

Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2015

Μετρώντας τις στιγμές

 Κι έκανα να τους ρωτήσω, μα δίστασα. Τελικά το τόλμησα. Με ξέρετε; τους ρωτώ. Όχι, μου απαντούν εκείνοι. Ποιος είσαι; Είμαι ο άνεμος, τους λέω. Με κοιτούν με απορία. Μα πώς; αναρωτιέμαι. Αφού τόσες και τόσες φορές έχω περάσει απ'την πολιτεία σας. Έχω γνωρίσει το κάθε σας στενό. Έχω σταματήσει να μυρίσω το μικρό νυχτολούλουδο που φύτρωσε στον κήπο της πολυκατοικίας. Έχω δει την υγρασία να κρατά συντροφιά στο συντριβάνι της πλατείας. Έχω αγγίξει τα μαλλιά σας, τα ρούχα σας. Έχω γνωρίσει τα μάτια σας.
  Δε σε ξέρουμε, επιμένουν εκείνοι. Στ'αλήθεια, μάς είσαι άγνωστος. Εμείς ξέρουμε μονάχα αυτούς που βλέπουμε μου λένε. Μα κι εγώ σας περιτριγυρίζω, τούς λέω με παράπονο. Το χειμώνα είμαι κρύος, το καλοκαίρι ζεστός. Ταξίδεψα πάνω από ατέλειωτες θάλασσες. Από ερήμους κι από ψηλά βουνά. Είμαι το θρόισμα των δέντρων και ο χορός των φθινοπωρινών φύλλων. Σας φέρνω ιστορίες απ'τη γη των πάγων. Απ'τον ουρανό, απ'τον ήλιο. Έχω ταξιδέψει παρέα με καράβια. Είδα τα ψάρια να διασχίζουν τον ωκεανό. Ένιωσα τα πεφταστέρια στην τελευταία τους βουτιά. Πώς σας είμαι άγνωστος;
Εμείς μετράμε το χρόνο, μού λένε με στόμφο δείχνοντάς μου το ρολόι της πλατείας. Κρίμα, τους απαντώ. Εγώ μετρώ μονάχα τις στιγμές. 

artwork by Saito Tomoko

Παρασκευή 22 Μαΐου 2015

Ο τύπος με τα πολύχρωμα μπαλόνια


You know what music is? God's little reminder 
that there's something else besides us in this universe, 
a harmonic connection between all living beings, 
everywhere, even the stars.  

    Καθόταν καιρό τώρα έξω απ'την κεντρική είσοδο του νοσοκομείου στην πάνω πλευρά της πανεπιστημιούπολης. Μπορούσες να τον δεις σχεδόν κάθε μέρα τις πρωινές ώρες μέχρι που μεσημέριαζε. Μετά χανόταν. Συνήθως δεν έδινα σημασία, ο δρόμος μου για τη δουλειά, όμως, περνούσε απ'την είσοδο εκείνη του νοσοκομείου. Καθημερινά, εκατοντάδες άνθρωποι περνούσαν με συννεφιασμένα πρόσωπα την πύλη του τεράστιου οικοδομήματος. 
   Εκείνος πάντα στην δεξιά άκρη της πύλης. Δεν τον θυμάμαι ποτέ καθιστό. Πάντα όρθιος, κρατώντας με το δεξί χέρι του τα γεμάτα ήλιον πολύχρωμα μπαλόνια. Που, άμα τ'αφήσεις, θα πετάξουν προς το γαλάζιο άπειρο. Φιγούρα άκρως μινιμαλιστική. Σε τέλεια αντίθεση με τους υπόλοιπους πλανόδιους μικροπωλητές εκεί. Ανάμεσα από μια παράξενη συγχορδία από σειρήνες ασθενοφόρων, ανήσυχες συνομιλίες περαστικών και συνθήματα οργισμένων φοιτητικών παρατάξεων, εκείνος και τα πολύχρωμα μπαλόνια του μοιράζονταν μια παράξενη σιωπή. 
   Οι πιο πολλοί τον προσπερνούσαν με σκυμμένο το κεφάλι βυθισμένοι στις δικές τους αγωνίες -ο πόνος τις πιο πολλές φορές κάνει τις ψυχές και τα βλέμματα να συστέλλονται. Κάποιοι, λίγοι, σήκωναν το βλέμμα ψηλά μέχρι τα μπαλόνια. Συνήθως, τα μπαλόνια που πουλούσε προορίζονταν για το τμήμα Μαιευτικής. Για χαρούμενες περιστάσεις. Σπάνια και για κάποιες περαστικές μητέρες που βόλταραν με το καρότσι τα μικρά τους αγγελούδια. Όλοι οι εργαζόμενοι στο νοσοκομείο εκείνο τον γνώριζαν ως "ο τύπος με τα μπαλόνια". Λίγοι, ελάχιστοι τον γνώριζαν περισσότερο.
   Κάποιο βροχερό πρωινό που μου έτυχε έκτακτη υπόθεση, έκλεισα την εξώπορτα του σπιτιού μου τρεχάτος και με την υπόθεση να τριγυρίζει στη σκέψη μου. Χωρίς ομπρέλα, χωρίς να'χω φάει πρωινό. Απότομα και τρέχοντας. Στο ύψος της πύλης του νοσοκομείου θυμήθηκα πως είχα ξεχάσει να πάρω μαζί μου το μήλο μου.

Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2014

Δεν είμαστε ποτέ μας μόνοι

Θυμήθηκα μόλις τον Π. Ένα παιδάκι 9 χρόνων -όταν τον γνώρισα- σκέτο αγγελούδι. Είχε έρθει για μερικές μέρες στην κατασκήνωση που ήμουν κι εγώ. Ο Π. είχε τα πιο καθαρά μάτια που είχα δει ποτέ μου. Τόσο γλυκά, τόσο φωτεινά, τόσο αθώα και τόσο σοβαρά. Οι κρίσιμες δυσκολίες του (φοβερά προβλήματα υγείας) δεν τον πτοούσαν. Όταν χαμογελούσε, έλεγες πως ο ουρανός έστειλε ένα αγγελούδι για να σκορπίζει χαρά σ'όλη τη γη. Αυτός ήταν ο Π. με πολύ λίγα λόγια.

Ένα βράδυ -πρέπει να'ταν περασμένα μεσάχυχτα- μπαίνω μέσα στο σπιτάκι και βλέπω τον Π. καθισμένο στο κρεβάτι του να κοιτάζει έξω απ'το παράθυρο. Τον πλησιάζω σιγά-σιγά, για να μη ξυπνήσω τα υπόλοιπα παιδιά, και του λέω: "Πάμε μια βόλτα έξω. Έλα να κάνουμε μαζί σκοπιά, να φυλάξουμε την κατασκήνωση". Φόρεσε τη ζακέτα του, τα παπουτσάκια του και βγήκαμε μαζί έξω. 

Παρόλο που ήταν Ιούλιος, είχε ψύχρα στο ψηλό βουνό -1400 υψόμετρο. Ο ουρανός πεντακάθαρος. Το φεγγάρι φώτιζε τα έλατα και δημιουργούσε ένα υπέροχο σκηνικό. Στο βάθος του ορίζοντα η μεγάλη πόλη και η θάλασσα φαίνονταν τόσο όμορφα, σα ζωγραφικός πίνακας.

Αφού μιλούσαμε αρκετή ώρα, ξαφνικά ο Π. μου λέει: "Δε χρειάζεται να καθόμαστε να φυλάμε εμείς την κατασκήνωση. Να ρωτήσουμε το Χριστό να μας πει αν θα'ρθει κανένας να πειράξει την κατασκήνωση". Παραξενεμένος του λέω: "Εντάξει. Τι θα κάνουμε;". "Να γονατίσουμε -μου λέει- να προσευχηθούμε". Αφού γονατίσαμε μέσα στην απόλυτη ησυχία, αρχίσαμε αν προσευχόμαστε. Σηκώνει τα μικρά του χεράκια, κλείνει τα μάτια του κι αρχίζει να εύχεται. Μετά από 4-5 λεπτά, μου λέει: "Εντάξει. Δε θα 'ρθει κανείς". "Σίγουρα"; του λέω. Μου γνέφει καταφατικά και μου δείχνει ψηλά τ'αστέρια. "Κάθε αστέρι είναι κι ένας άγγελος, μου λέει. Ο Χριστός τους στέλνει για να μας φροντίζουν και να μας αγαπάνε πολύ. Ποτέ μας δεν είμαστε μόνοι". 

Δεν είπε κάτι άλλο. Εγώ τον κοιτούσα και προσπαθούσα να κατανοήσω το μυστήριο που έκρυβε εκείνη η αγιασμένη παιδική καρδιά... Στιγμές χαραγμένες για πάντα μέσα μου....

Ο Π. απ'ό,τι άκουσα μετά από 2-3 χρόνια πέταξε για τα λημέρια τ'ουρανού, αφού είχε προβλέψει την ημέρα που θα'φευγε απ'αυτό τον κόσμο. Ένας μικρούλης άγιος. Ένας γλυκός άγγελος. Που εύχεται για όλους εμάς. 

Τελικά, τα πράγματα είναι όντως απλά. Παρόλο που εμείς οι μεγάλοι τα περιπλέκουμε. Η παιδική ψυχή έχει την αθωότητα τ'ουρανού και μπορεί να νιώσει τη γλύκα και την ασφάλεια που εμείς τόσο άτσαλα και επιπόλαια αναζητάμε σε χίλια δύο ψεύτικα κι ανούσια μονοπάτια...

Όταν αισθανόμαστε αδύναμοι, να θυμόμαστε πως η Χάρη Του είναι ασύγκριτη. Η αγάπη Του ατέλειωτη, η δύναμη Του ολοκληρωτική. Βρήκα κι ένα τραγούδι που, νομίζω, τα λέει όλα. Απλά, αληθινά. Με ελπίδα. Άκουσέ το όποτε βρεις λίγο χρόνο.

Ευχές πολλές. Καλή δύναμη. Κάνε και μια ευχή καρδιακή για την Ν., για τη Σταυρούλα, για τον Γιώργο και για όλα τ'αδέρφια που πονάνε και υποφέρουν. Μαζί μπορούμε να καταφέρουμε πολλά!

Δευτέρα 16 Ιουνίου 2014

Μυστικά για το πώς θα δεις τ'αστέρια

'Η αλλιώς: θέλει ν'αγαπάς και ν'ανεβαίνεις ψηλά.

Μπορεί να αγαπάω υπερβολικά τη θάλασσα, αλλά τουλάχιστον 1 μήνα απ'το καλοκαίρι τον περνώ κάθε χρόνο στα ψηλά βουνά. Μ'αρέσει να βρίσκομαι ανάμεσα στο καθαρό οξυγόνο, στο ατέλειωτο γαλάζιο όταν ο ήλιος θ'αρχίζει τα πρωινά και τα βραδινά ταξίδια του. Μ'αρέσει, τέλος, να ξαπλώνω τις νύχτες με το sleeping bag και η μόνη μου σκεπή να'ναι το ασύνορο, γλυκό νυχτερινό πέπλο γεμάτο αστέρια...

Πάντα σαν παιδί είχα την απορία για το πώς εμφανίζονται ξαφνικά τ'αστέρια και πώς καταφέρνουν και δε καίγονται :) και πώς κάποιες φορές δε τα βλέπουμε τόσο καθαρά.



Να σου διηγηθώ μια ιστορία;

Θυμάμαι μια νύχτα που ήμασταν γύρω στα 1400 υψόμετρο. Νύχτα. Απέραντη ησυχία. Ακουγόταν μονάχα ο ήχος της φωτιάς και το γλυκό θρόισμα του αέρα καθώς βόλταρε ανάμεσα στα έλατα και στα πεύκα. Ήμουν ξαπλωμένος ανάσκελα κρατώντας μια μπάλα ποδοσφαίρου και σκεφτόμουν πως κάποια μέρα θα μεγαλώσω και θα γίνω αστροναύτης! Τ'αστέρια δε φαίνονταν καθαρά και αυτό με προβλημάτιζε. Τότε ρωτάω τον πατέρα μου: "Πώς γίνεται να μη τα βλέπουμε τώρα όλα τ'αστέρια, μπαμπά"; Κι ο πατέρας μου μείωσε τη φωτιά (ίσα που να σιγοκαίει, έσβησε και το μεγάλο φακό που είχαμε όλη η παρέα) και μου λέει: "Τώρα; Τα βλέπεις καλύτερα"; Πιτσιρίκι εγώ, πέταξα απ'τη χαρά μου και του απαντώ: "Ναι! Ναι! Τι ωραία που είναι"! 

Και μου λέει: "Για να δεις τ'αστέρια πρέπει να σβήσεις όλα τα υπόλοιπα φώτα. Να'σαι μονάχα εσύ κι εκείνα. Αλλιώς δε θα σου χαμογελάσουν. Όταν τ'αστέρια σε αισθανθούν φίλο τους τότε χαίρονται και σου δείχνουν όλο το όμορφο φως τους. Γι'αυτό κι όταν τα κοιτάς, τρεμοπαίζουν. Σου χαμογελούν". "Να σου πω κι ένα μυστικό ακόμα"; μου λέει. "Για να δεις τ'αστέρια πρέπει ν'ανεβείς ψηλά. Πολύ ψηλά! Μακρυά απ'τα φώτα της πόλης! Όπως και με την αγάπη. Για να αγαπήσεις κάποιον πρέπει να βγεις απ'τον εαυτό σου! Ειδάλλως, θα'σαι μόνος σου. Χωρίς φως μέσα στην καρδούλα σου". 
Αγάπη για όλους... Δρόμος ανηφορικός μα τόσο όμορφος...
 Με θυμάσαι στην προσευχή σου; Καλό ξημέρωμα.

Παρασκευή 4 Απριλίου 2014

Η ομορφότερη καρδιά

Κάποτε ένας νεαρός είχε σταθεί στη μέση της πόλης και φώναζε ότι είχε την ομορφότερη καρδιά σʼ όλη την περιοχή. Μεγάλο πλήθος μαζεύτηκε, κι όλοι θαύμαζαν την καρδιά του, που ήταν τέλεια. Δεν υπήρχε ούτε σημάδι, ούτε το παραμικρό ψεγάδι πάνω της. Κι όλοι τότε συμφώνησαν ότι αυτή ήταν η πιο όμορφη καρδιά που είχαν δει ποτέ τους.

Ο νεαρός μας ήταν πολύ περήφανος και κορδωνόταν φωνάζοντας για την ωραία του καρδιά. Ξάφνου ένας γέρος στάθηκε μπροστά στον κόσμο κι είπε:
"Όμως η καρδιά σου δεν πλησιάζει την ομορφιά της δικής μου καρδιάς".

Ο κόσμος, αλλά και το παλικάρι, κοίταξαν την καρδιά του γέροντα. Χτυπούσε δυνατά, όμως ήταν γεμάτη ουλές. Υπήρχαν σημεία όπου φαινόταν ότι είχαν κοπεί κομμάτια και στη θέση τους είχαν τοποθετηθεί άλλα, που όμως δεν ταίριαζαν καλά με αποτέλεσμα να υπάρχουν πολλές δαντελλωτές άκρες. Κι αλλού υπήρχαν σημεία με βαθιά χάσματα, απʼόπου έλειπαν και ολόκληρα κομμάτια.
Οι άνθρωποι κοίταζαν ο ένας τον άλλο - πως είναι δυνατόν να ισχυρίζεται αυτός ότι η καρδιά του είναι ωραιότερη, σκέφτονταν ;

Ο νέος κοίταξε την καρδιά του γέρου, είδε τα χάλια της και γέλασε.
-”Πλάκα μας κάνεις ;” είπε. “Για κάνε σύγκριση ανάμεσα στη δικιά σου και στη δικιά μου καρδιά. Η δικιά μου είναι τέλεια, ενώ η δικιά σου είναι ένα μάτσο ουλές και δάκρυα.”
-”Μάλιστα” είπε ο γέροντας, “η δική σου δείχνει τέλεια, όμως δεν θʼ άλλαζα ποτέ μου τη δική μου καρδιά με τη δική σου. Κοίταξε, κάθε ουλή αντιπροσωπεύει κάποιον που του έδωσα την αγάπη μου - κόβω ένα κομμάτι της καρδιάς μου και του το δίνω, και συχνά μου δίνει ένα κομμάτι της δικής του καρδιάς για να πάει στη θέση του άδειου μέρους της καρδιάς μου, αλλά επειδή τα κομμάτια δεν είναι ακριβώς ίδια, έχω μερικές αγκαθωτές άκρες, που όμως τις λατρεύω γιατί μου θυμίζουν την αγάπη που μοιραστήκαμε.”

“Μερικές άλλες φορές έχω δώσει κομμάτια της καρδιάς μου, και ο άλλος δεν μου έδωσε πίσω ένα κομμάτι της δικής του καρδιάς. Αυτά είναι τα άδεια χάσματα - ξέρεις, το να προσφέρεις την αγάπη σου έχει και κάποιο ρίσκο. Παρʼ όλο που αυτά τα χάσματα πονούν, παραμένουν ανοιχτά και μου θυμίζουν την αγάπη που έχω και γι'αυτούς τους ανθρώπους, κι ελπίζω πως κάποια μέρα θα γυρίσουν κοντά μου και θα γεμίσουν τους χώρους που τους έχω άδειους να περιμένουν. Βλέπεις λοιπόν τι θα πει πραγματική ομορφιά ;”

Ο νεαρός στάθηκε σιωπηλός, με δάκρυα να τρέχουν στα μάγουλά του. Προχώρησε προς τον γέροντα, άπλωσε το χέρι του μέσα στην τέλεια, νεανική και όμορφη καρδιά του, και ξέσκισε ένα κομμάτι της. Το πρόσφερε στο γέροντα με χέρια που έτρεμαν. Ο γέρος τότε πήρε αυτή την προσφορά, την έβαλε στην καρδιά του, και μετά πήρε λίγη από την κατακομματιασμένη του καρδιά και την έβαλε πάνω στην πληγή της καρδιάς του νέου. Ταίριαζε βέβαια, αλλά όχι και απόλυτα, κι έτσι έμειναν κάποιες άγριες άκρες.

Και το παλικάρι κοίταξε την καρδιά του, που δεν ήταν πια τέλεια, ήταν όμως ομορφότερη από οποιαδήποτε άλλη αφού η αγάπη από την καρδιά του γέροντα ξεχείλιζε τώρα και στη δική του καρδιά.

Βρήκα αυτό το πανέμορφο κείμενο στο φιλικό blog του Λάζαρου και στο παρουσιάζω κι εδώ στην αόρατη γωνιά. Καλημέρα! Καλή δύναμη! Να χαμογελάς :)


Δευτέρα 24 Μαρτίου 2014

Πίσω απ'την πόρτα του ναού

Ήταν ο άνθρωπος της παρέας. Πειράγματα, αισχρόλογα, αστεϊσμοί και άλλα πολλά ήταν στον ημερήσιο κατάλογο των κατορθωμάτων του. Τα χρόνια περνούσαν και ποτέ του δεν συνδέθηκε με κάποιους ανθρώπους…ποτέ του δεν εμπιστεύτηκε κανέναν. Όλοι τον θέλανε για την παρέα αλλά μέχρις εκεί. Αλλά και ο ίδιος κανέναν δεν έπαιρνε στα σοβαρά, κανέναν δεν αισθανόταν δικό του άνθρωπο, φίλο του, οικείο του.
Κάπου στα 30 του, γνώρισε μία κοπέλα. Την γνώρισε μέσα από μια τυχαία παρέα, διαμέσου γνωστών αγνώστων. Η κοπέλα αυτή είχε κάτι το διαφορετικό, κάτι το «περίεργο». Του κίνησε το ενδιαφέρον. Όταν τύχαινε στην παρέα να βρίσκεται και εκείνη (σπάνια), αυτός σταματούσε τις ανοησίες, σταματούσε τις αισχρότητες τις οποίες οι υπόλοιποι τον ωθούσαν να πράξει για χάριν της παρέας και του κεφιού.

Μετά από μερικούς μήνες πήρε το θάρρος και την ζήτησε να βγούνε έξω. Εκείνη δέχτηκε, προσφέροντάς του μία ευχάριστη έκπληξη. Δεν περίμενε να βγεί μαζί του ραντεβού...
Από το πρώτο ραντεβού κατάλαβε ότι είχε να κάνει με μία κοπέλα που πίστευε βαθιά στον Θεό. Απ΄την άλλη αυτός στο στόμα του έπιανε κάτι το "εκκλησιαστικό" μόνο για να το κοροϊδέψει και να το κατακρίνει.
Τα λόγια της κοπέλας είχαν μία γλυκύτητα. Μιλούσε και νόμιζες ότι σε μιλούσε μια μελωδία. Τα ραντεβού έφευγαν το ένα μετά το άλλο…η κοπέλα πάντα χαμογελαστή και πρόσχαρη, εκείνος ανήσυχος και προβληματισμένος. Του μιλούσε για τον Θεό, του μιλούσε για την ζωή μέσα στην Εκκλησία, του μιλούσε για την γνήσια και ανιδιοτελή αγάπη. Εκείνος αναπαυόταν μόνο στην σιγουριά των ματιών της.
Ποτέ δεν άγγιξε εκείνη την κοπέλα, μέχρις ότου στο τελευταίο τους ραντεβού του είπε: «Θα ήθελα να προσευχηθείς για εμένα…την άλλη εβδομάδα θα κάνω μία πολύ σοβαρή εγχείρηση στην καρδιά…». Τα λόγια της πάγωσαν το βλέμμα του. Ασυναίσθητα έπιασε τα χέρια της. Του ήταν αδιανόητο ότι μπορεί να την έχανε. «Ναι, θα προσευχηθώ….», είπε με τρεμάμενη φωνή.
Η κοπέλα σηκώθηκε τον ασπάσθηκε και έφυγε λέγοντας «Θα σε πάρω τηλέφωνο…». Εκείνος δεν είπε τίποτα.
Η ημέρα της εγχείρησης ήρθε.

Παρασκευή 20 Δεκεμβρίου 2013

Ο κουρέας, ο Θεός και το κακό στον κόσμο (μια όμορφη ιστορία)


Μια φορά πήγε ένας τύπος στο κουρείο για το καθιερωμένο κούρεμα και ξύρισμα. Καθώς ο κουρέας άρχισε να δουλεύει, άρχισε μια καλή συζήτηση. Μίλησαν για τόσα πολλά πράγματα και πάρα πολλά θέματα…Όταν τελικά άγγιξαν το θέμα της θρησκείας και του Θεού, ο κουρέας αναφώνησε:
- Δεν πιστεύω ότι ο Θεός υπάρχει.
- Γιατί το λες αυτό; ρώτησε ο πελάτης. 
Και ο κουρέας είπε: 
- Λοιπόν, απλά βγες έξω στο δρόμο για να καταλάβεις γιατί ο Θεός δεν υπάρχει. Πες μου γιατί, αν ο Θεός υπάρχει, υπάρχουν τόσοι διεστραμμένοι; Γιατί τόσα εγκαταλελειμμένα παιδιά; Αν ο Θεός υπήρχε, δε θα υπήρχε ούτε δυστυχία ούτε πόνος. Δε μπορώ να φανταστώ ένα Θεό που αγαπάει και συμπονεί να επιτρέπει όλα αυτά που γίνονται.
Ο πελάτης το σκέφτηκε για μια στιγμή, αλλά δεν απάντησε γιατί δεν ήθελε να χαλάσει τη συζήτηση. Ο κουρέας τελικά τελείωσε τη δουλειά του και ο πελάτης έφυγε.
Όμως μόλις έφυγε από το κουρείο, είδε ένα άντρα στο δρόμο με μακρυά κατσαρά βρώμικα μαλλιά και γένια. Φαινόταν πολύ βρώμικος και απεριποίητος. Εκείνη τη στιγμή ο πελάτης γύρισε πίσω και ξαναμπήκε στο κουρείο.
Τότε είπε στον κουρέα:
- Ξέρεις τι; Οι κουρείς δεν υπάρχουν!
- Πώς μπορείς να το λες αυτό; ρώτησε ο έκπληκτος κουρέας. Είμαι εδώ και είμαι κουρέας! Μόλις σε κούρεψα, τι είναι αυτά που λες;
- Όχι! απάντησε ο πελάτης και εξήγησε: Οι κουρείς δεν υπάρχουν γιατί αν υπήρχαν, δε θα υπήρχαν αχτένιστοι άνθρωποι και με μακρυά βρώμικα μαλλιά, όπως ο τύπος απ’ έξω.
- Μα… οι κουρείς όντως υπάρχουν! Αυτό συμβαίνει όταν οι άνθρωποι δεν έρχονται σε μένα.
- Ακριβώς! απάντησε ο πελάτης. Αυτό είναι το θέμα! Ο Θεός, επίσης υπάρχει! Και αυτό συμβαίνει όταν οι άνθρωποι δεν πηγαίνουν σε αυτόν και δεν αναζητούν σε αυτόν βοήθεια. Γι’ αυτό υπάρχει τόσος πόνος και δυστυχία στον κόσμο.

από εδώ

Πέμπτη 24 Οκτωβρίου 2013

Το καρότο, το αυγό και το τσάι


«Σου έχω πει την ιστορία την παλιά με το τσάι, το καρότο και τ’ αυγό;»

Η Έλλη γνέφει «όχι».
«Άκου, λοιπόν!» αρχίζει ο παππούς. «Κάποτε παραπονιόταν ένας άνθρωπος πως είχε βάσανα πολλά. Τον κάλεσε, που λες, στο σπίτι της κάποια σοφή γερόντισσα, έβαλε ένα τσουκάλι με νερό να βράσει κι έριξε μέσα ένα καρότο κι ένα αυγό. Όταν έβρασαν καλά, έφτιαξε λίγο τσάι του βουνού και ρώτησε τον άνθρωπο τι βλέπει. 
“Ένα καρότο που έχει μαλακώσει από το βράσιμο κι ένα σφιχτό αυγό”, της είπε κείνος. “Και τι μυρίζει;” ρώτησε η γερόντισσα. “Μοσχοβολάει τσάι του βουνού!” της απαντάει. “Ε, λοιπόν, οι λύπες και οι στενοχώριες μοιάζουνε με νερό που βράζει” λέει η γερόντισσα.
“Υπάρχουν άνθρωποι που νιώθουν δυνατοί, μα σαν τους βρουν αναποδιές, θαρρείς και πέφτουν στο βραστό νερό σαν το καρότο, που μαλακώνει και διόλου δύναμη δεν έχει πια. Άλλοι πάλι μοιάζουνε με το αυγό. Μέσα τους είναι αδύναμοι και μόνο ένα τσόφλι έχουν απ’ έξω να τους προστατεύει. Όταν έρθουν δύσκολοι καιροί, θαρρείς και πέφτουν στο βραστό νερό σαν το αυγό και, σαν αυτό, γίνονται κι από μέσα τους σκληροί. Μα είναι κι άλλοι που θυμίζουνε το τσάι. Όταν τους βρίσκουν βάσανα, είναι κι εκείνοι σαν να πέφτουν σε βραστό νερό, μα ούτε σκληραίνουν, ούτε μαλακώνουν. Μεταλλάζουν μόνο το νερό σε τσάι του βουνού που ευωδιάζει. Κι ευφραίνονται με τη μοσχοβολιά του όσοι βρίσκονται κοντά. Τις λύπες και τις στενοχώριες, πάει να πει, τις κάνουν γνώση, καλοσύνη και χαρά. Πήγαινε στο καλό λοιπόν” του λέει η γερόντισσα “και φρόντισε να είσαι σαν το τσάι.”»

απόσπασμα από το βιβλίο Στη σκιά της πράσινης βασίλισσας
πηγή: http://istologio.org/?p=4482

Καλημέρες! Πολλές και ζεστές!

Δευτέρα 26 Αυγούστου 2013

Ένα θαυμαστό περιστατικό


Ήρθε κάποιος στο καλύβι πολύ στεναχωρημένος λέγοντας ότι από απροσεξία χτύπησε με το αυτοκίνητό του ένα παιδί. Δεν είσαι ένοχος του είπα, τόσο γιατί χτύπησες το παιδί, αλλά γιατί δεν προσευχόσουν εκείνη την ώρα και του ανέφερα ένα ανάλογο περιστατικό: 
Είχα γνωρίσει έναν υπάλληλο που είχε φθάσει σε σημείο να λέει συνέχεια την ευχή, ενώ από τα μάτια του έτρεχαν συνεχώς δάκρυα δοξολογίας του Θεού. Έτσι σκεφτόταν να φύγει από τη δουλειά με μειωμένη σύνταξη και ήρθε στο καλύβι να με ρωτήσει τι να κάνει. Μη φεύγεις του είπα και όταν σε ρωτούν οι συνάδελφοί σου γιατί κλαις να λες: «Θυμήθηκα τον μακαρίτη τον πατέρα μου». 
Μια μέρα λοιπόν ενώ οδηγούσε πετάχτηκε ξαφνικά μπροστά του ένα παιδάκι. Το πέταξε πέρα σαν σβούρα, αλλά το παιδί δεν έπαθε τίποτε. Φύλαξε ο Θεός, γιατί εκείνη την ώρα ο άνθρωπος αυτός προσευχόταν.

Γέροντος Παισίου αγιορείτου: «Περί προσευχής», σ.30
πηγή: istologio.org

Παρασκευή 2 Αυγούστου 2013

Ιστορία για έναν ορειβάτη

Μια πολύ διδακτική ιστορία απ'το όμορφα επιμελημένο blog του φίλου Μήτσου που την βρήκε από εδώ.

Η ιστορία μιλάει για έναν ορειβάτη, που θέλησε να σκαρφαλώσει στο ψηλότερο βουνό.
Η νύχτα έπεσε βαριά και ο άνδρας δεν έβλεπε τίποτα, όλα ήταν μαύρα.
Το φεγγάρι και τα άστρα είχαν καλυφθεί από σύννεφα.

Καθώς ο άνδρας ανέβαινε, γλίστρησε λίγο πριν την κορυφή του βουνού και έπεσε στο κενό με μεγάλη ταχύτητα.
Ο ορειβάτης πού το μόνο που έβλεπε καθώς έπεφτε ήταν μαύρες κουκίδες, είχε την τρομερή αίσθηση της βαρύτητας να τον τραβά.

Συνέχισε να πέφτει και σε εκείνες τις στιγμές του μεγάλου φόβου, ήρθαν στο μυαλό του όλα τα καλά και τα άσχημα επεισόδια της ζωής του, σκεφτόταν τώρα, το πόσο κοντά στο θάνατο ήταν, όταν ξαφνικά ένιωσε το σχοινί που ήταν δεμένο στη μέση του να τον τραβά δυνατά.

Το σώμα του ορειβάτη κρεμόταν πλέον στον αέρα, μόνο το σχοινί τον κρατούσε ζωντανό.
Εκείνη τη στιγμή της αμηχανίας και καμιάς άλλης επιλογής, φώναξε:
- Θεέ μου, βοήθησέ με....
Ξαφνικά, μια βαθειά φωνή προερχόμενη από τον ουρανό απάντησε:
- Τί θέλεις να κάνω..;
- Σώσε με, Θεέ μου.
- Αληθινά, νομίζεις ότι μπορώ να σε Σώσω..;
- Βέβαια, πιστεύω ότι Εσύ μπορείς..!
- Τότε, κόψε το σχοινί που είναι δεμένο στη μέση σου...

Στο σημείο αυτό σκέφτηκα:
Θεέ μου, τι Ζητάς από αυτόν τον άνθρωπο; Είναι δυνατόν να του Ζητάς να κόψει το σχοινί, το μόνο πράγμα που τον κρατάει ζωντανό..;
Εγκατέλειψα γρήγορα αυτές τις σκέψεις και έβαλα τον εαυτό μου στη θέση του ορειβάτη.
Αλήθεια, εγω τί θα έκανα;;;

Η ομάδα διάσωσης, την άλλη μέρα, είπε ότι ένας ορειβάτης βρέθηκε πεθαμένος, παγωμένος και το σώμα του κρεμόταν από ένα σχοινί. Τα χέρια του κρατούσαν σφιχτά το σχοινί ''μόνο 3 μέτρα'' πάνω από το έδαφος....

Εσύ και εγώ, πόσο κολλημένοι είμαστε στο σχοινί μας..