Disable_right_click


Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2015

Μεσάνυχτα.

  Μου'πες πως ο πόνος σου είναι ολόκληρη θάλασσα γεμάτη τρικυμίες. Και με δυσκολία τα φέρνεις  βόλτα. Φίλε, αχ και να'ξερες. Ο καθένας μας έχει τα δικά του κύματα να αντιπαλέψει. Κάθε ζευγάρι μάτια έχει και μια τρικυμιά. 

  Μα ξέρεις κάτι; Μη φοβηθείς να μου πεις τον πόνο σου. Θα σου πω και γω τον δικό μου. Ας ενωθούν οι θάλασσες μας. Δεν πρόκειται να τρομάξουμε απ'τα κύματα. Θα αγωνιστούμε να σταθούμε στη σχεδία και να παλέψουμε τους άνεμους παρέα. 

  Και θα'ρθει. Θα'ρθει η γλυκιά εκείνη στιγμή που ο άνεμος θα κοπάσει. Η θάλασσα, οι θάλασσές μας θα γαληνέψουν και τον άγριο, αδυσώπητο άνεμο θα ακολουθήσει ένα γλυκό αεράκι φωτεινό. Πνοή αύρας λεπτής. Ευλογημένος ήλιος που θα στεγνώσει τις πηγές των δακρύων και θα φωτίσει την μισοπνιγμένη απ'την υπερπροσπάθεια καρδιά. 

  Το ξέρω. Το ξέρεις και συ. Το'χεις ξαναζήσει. Το βίωμα δεν ξεχνιέται. Μένει ζεστό κι ανεξίτηλο στα φυλλοκάρδια των αναμνήσεων. Η προσευχή, φίλε, δεν έχει όρια. Το ιδιο και ο αγωνας. Το ιδιο κι η Αγαπη Του. Ποτέ. Ποτέ δεν μας αφηνει. Οσο μονοι μας κι αν δειχνουν οι ανασες μας πως ειμαστε. Αρκει να δωσουμε μια γροθια στου εγωισμουμας τα βαρη. Να τα πεταξουμε στη θαλασσα. 

  Κι ολα γινονται φως κι ελπιδα ξανα. Παρεα μ'Εκεινον (που πονεσε πιο πολυ κι απ'όλους εμας μαζι), η ζωη γινεται ευλογια. Χαρα που γεμιζει σαν αγαπημενη μελωδια το δωματιο. Γι'αυτο κι οταν οι αγιοι χαμογελουσαν, ολος ο Παραδεισος αντιφεγγιζε στο ιλαρο, παρακλητικο βλεμμα τους. 

  Ειμαστε εδω. Και παλευουμε. Και προσευχομαστε. Παρεα. Μια μεγαλη παρεα σε ολη τη γη.  Καλη σου νυχτα, οπου κι αν εισαι.

Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2015

Τελικά, μήπως είσαι τα φτερά σου;

  Όταν αγαπάς, δεν περπατάς.
Πετάς και πας.

  Ακοίμητος φρουρός της εξαντλητικής σοβαροφάνειάς μας, ο εγωισμός. Αφήνουμε την εσωτερική μας δίψα για το αυθεντικό και το ωραίο και δινόμαστε ολόκληροι στο εύκολο φτιασίδωμα μιας αυτοπροβολής. Νομίζουμε πως αγαπάμε, πως ενδιαφερόμαστε. Μα, αν ψάξουμε καλύτερα μέσα μας, θα δούμε τον κισσό του ναρκισσισμού μας να σκαρφαλώνει επικίνδυνα στα υψώματα της καρδιάς μας. 

  Η καρδιά μας... Τη μια θέλουμε να ζήσουμε στο απίστευτο και την αμέσως επόμενη στιγμή ριχνόμαστε -μαζί με τις μάσκες που τόσο συνηθίσαμε να φοράμε- ολόκληροι στα λασπόνερα των αδυναμιών μας. Ήρωες και κακοί, αξίες κι ενοχές, κάπου μέσα μας μπερδεύονται.

  Μα έρχεται κάποιο γλυκό πρωινό σαν κι αυτό κι οι σκέψεις ακολουθούν τη σωστή πορεία τους. Ανοίγεις το παραθυρόφυλλο με αργές κινήσεις. Ένα φωτεινό κομμάτι σμαλτωμένου ουρανού διαχυτικά απλώνεται στο δωμάτιο. Και οι ελπίδες ετοιμάζονται ξανά για το πέταγμά τους. Τους φθινοπωρινούς μήνες, το κρύο και η ζέστη μπαινοβγαίνουν κι εναλλάσσονται αδιάκοπα στο δωμάτιό σου. Σαν τους επιβάτες του μετρό.  Το ίδιο και το φως της προσευχής. Στη ζυγαριά του μέσα μας κόσμου κονταροχτυπιούνται σκληρά αντίρροπες δυνάμεις. 

  Κι έτσι, η ζωή συνεχίζεται μαζί με τις ανάσες σου. Η αγάπη αρχίζει ν'ανοίγει ξανά ορίζοντες μέσα σου. Να καθαρίζει απαλά. Να δυναμώνει τα φτερά σου. Και, δειλά-δειλά, μαζί με την ανατολή, τα ξαναδοκιμάζεις. Κοιτάς ψηλά το απέραντο γαλάζιο. Η ματιά σου ήδη γεύεται ουρανό. Είσαι πια έτοιμος. Μια δυνατή απόφαση μέσα στη σιωπή. Μια νέα πτήση μόλις ξεκίνησε.
υγ: Το δίστιχο στην αρχή είναι του Αγ.Γρηγορίου του Παλαμά. Ευχαριστώ πολύ τη Μαρία που το επισήμανε.
υγ2: Η φωτογραφία είναι απ'τη γαλλική ταινία Le ballon rouge, της δεκαετίας του 1960 που είδα πρόσφατα. 

Τρίτη, 10 Νοεμβρίου 2015

Αδέξια ωδή στο πιο δυναμικό ταξίδι

Κι ύστερα, όταν βράδιασε,
άδειασα τα παπούτσια μου
απ'όλους τους δρόμους
κι έπεσα να κοιμηθώ

 Γκρίζες πόρτες που ανοιγοκλείνουν. Χιλιάδες μάτια θολά που μπαινοβγαίνουν σκυφτά. Δε βλέπουν τη θέα. Δε βλέπουν με την καρδιά. Ίσως η καρδιά να'χει γεμίσει καταχνιά. Λυπάμαι. Λυπάμαι σα σκέφτομαι τι χάνουν όλες αυτές οι καρδιές. Που θα μπορουσαν να περπατούν, κρατωντας σφιχτα στα χερια τους τους νυχτερινους χαρτες τ'ουρανου. 

  Και συ συνεχίζεις να περπατάς. Ακολουθείς τα βήματα των υπολοιπων άνευρος, σκυφτός, λιγομίλητος. Οχυρώνεσαι πίσω απ'τις έγνοιες σου. Κρυωνεις. Το περιγραμμα του κορμιου σου μαζευεται κι αυτο. Η ανοιξη μεσα σου ξεθωριασμενη αναμνηση. Αποηχος που σε κανει ν'αναρωτιεσαι αν οι εποχές μέσα σου σταμάτησαν το γαϊτανάκι του κύκλου τους.

  Μα εκεί που φαίνεται πως ολα μαραινονται, επηρεασμένα απ'την θωπεία του γκρίζου, ερχεται -καθυστερημενος εστω- καποια στιγμη ο ηλιος. Πάντα ερχεται. Και οι αχτιδες του, ζεστες, ολοφρεσκες, σε προσκαλουν ν'ανοιξεις τα κλειδωμενα παραθυρα του κοσμου σου. Εχουν κανει δυναμικο ταξιδι. Κι ειναι σα να σου λενε: "Κοίτα πόσο όμορφα κυλούν τα όνειρα πάνω στις ράγες του πρώην ανέφικτου. Κοίτα πόσο δυνατά χτυπά η καρδιά όταν νιώσει αγάπη".

  Και κάπως έτσι το ταξίδι σου γεμίζει ξανά με το νόημα της ελπίδας. Τι ξεχωριστή συγκομιδή! Μπορείς πια να πέσεις για ύπνο με το χαμόγελο στολισμένο οικεία στο φάρο της καρδιάς σου. Κι είναι τόσο όμορφη η ακρογιαλιά σαν την κοιτάζεις από ψηλά.
υγ: Το τετράστιχο στην αρχή είναι απ'το πεζό κείμενο του Τάσου Λειβαδίτη με τίτλο "Εξόφληση" (απ'τη συλλογή των εκδόσεων Κέδρος, τόμος 2ος)

Σάββατο, 7 Νοεμβρίου 2015

Για την πιο γλυκιά αλήθεια του κόσμου

...ιδού, ποιώ τα πάντα καινά

 Μέσα στη νύχτα αναζητάς στιγμές ώστε να'χεις κάτι, κάπως να γεμίζεις του κόσμου σου τ'ανύποπτα. Μέσα στη μερα πασχίζεις για μια ανάσα πίσω απ'του προσωπείου σου την καλοφτιαγμένη βιτρίνα. Τη μια στιγμή αλλάζεις πεζοδρόμια. Την άλλη απλά εύχεσαι να'χες κάποιον να συναντήσεις -τυχαία έστω!- στο ατέλειωτο μονοπάτι σου. 

 Η αλήθεια είναι πως η μοναξιά απλώνει τα αόρατα δίχτυα της μέσα απ'την πληθωρικότητα της κενότητας. Κυνηγάς τη χαρά, μα η δίψα σου γίνεται αχόρταγο πάθος. Ατίθαση, άμυαλη ορμή που σ'οδηγεί κατευθείαν στο γκρεμό με ταχύτητες ασύλληπτες. Και καθώς πέφτεις, αναρωτιέσαι "γιατί έφτασα ως εδώ; Γιατί πέφτω; Γιατί"; Και δεν έχεις κάποιο χέρι να σε πιάσει έστω την τελευταία στιγμή. Η πτώση μοιάζει με σίγουρο πνιγμό. Και χτυπάς με πάταγο στο πέτρινο τέρμα της κατακόρυφης διαδρομής. Και εκεί, μονάχα σκοτάδι. Ακινητοποιείσαι. Δεν έχεις κουράγιο ούτε να φωνάξεις. Ούτε καν να ψιθυρίσεις. 

 Σκέφτεσαι τότε τι είχες. Την ομορφιά που, σαν ευλογία και σαν γλυκιά μουσική, περιτριγύριζε αθέατα και προστατευτικά τη ζωή σου. Μα δεν την εκτιμούσες, διότι η καρδιά σου αιχμαλωτισμένη καθώς ήταν απ'τα πάθη, πίστεψε πως με τις δικές της δυνάμεις μπορεί να κερδίσει κάτι, κάποιον, στον κόσμο όλο. Και η πτώση από εκείνη τη στιγμή διαγραφόταν σαν αυτόματο, νομοτελειακό γεγονός... Κι έτσι, λαβωμένος, το σκοτάδι αρχίζει με παγωμένες κυκλωτικές κινήσεις να σε πνίγει. 

  Όλ'αυτά, μέχρι να θυμηθείς εκείνα τα ολοφώτεινα λόγια: "Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι καγώ αναπαύσω υμάς". Μέχρι να καταλάβεις πως το φως του ήλιου είναι κάτι που στ'αλήθεια μπορείς να το αγγίξεις. Μια στιγμή, ένας χτύπος της καρδιάς, ένα δάκρυ, μια μονάχα μικρούλα στιγμή αρκεί. Μια στιγμή απόφασης ελεύθερης, θέλησης γι'αλλαγή. Σαν το υπερβατικό "ήμαρτον" του ληστή. Και η μυλόπετρα που σου πλάκωνε την καρδιά γίνεται καπνός. Εξαφανίζονται τα σκοτάδια που σε αλυσόδεναν. Κι όλα γίνονται πια καινούρια. Τόσο απλά. Τόσο εκρηκτικά απλά. Τόσο βιωματικά κι αληθινά. Στο τώρα των χτύπων της καρδιάς σου.

υγ: Αφιερωμένο με αγάπη πολλή σ'όσους αγγίξαν τ'όνειρο και τώρα το αναζητούν και πάλι. Ειδικά αφιερωμένο: στο Γιώργο, στη Μαρία, στον Αντώνη, στο Γιώργο. 
υγ2: Με τις φτερούγες των Αγγέλων ν'ανοίγουν διαδρόμους απογείωσης στα αδιέξοδα όλων μας.
υγ3: Ο στίχος στην αρχή απ'το ευαγγελιο.

Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2015

Στο ανεπαναληπτο ταξιδι των ευχων

Τα βλέπεις τ'αστέρια που λάμπουνε κι απόψε;
Η αγάπη τ'άναψε. Η αγάπη.

  Ώρα 22:51. Σαν βουβή κι αυθορμητη, γλυκια συνωμοσία, το φεγγάρι κρυφτηκε -προς στιγμη- πισω από ενα συννεφενιο πεπλο που ωρα ταξιδευε προς το ασημενιο φως. Γι'αυτο και στη γη πια απλωθηκε μια περίεργη ησυχια γεματη διαστικτες ευχες. Ειναι γεγονος πως, οταν το φεγγαρόφως γινεται πιο θαμπό, τοτε το διαμαντενιο φως των αστεριων δυναμωνει εκφραστικά. Ταξιδεύει μεχρι την επιφανεια της γης σκορπώντας μοναδικά κυματα λεπτης ομορφιάς. 
  Νυχτες φλόγινες σαν κι αυτη, με κανουν να θυμαμαι δυο πραγματα: καποιες γραμμες απ'το αριστουργημα του Εξιπερυ (τον 'Μικρο Πριγκηπα') και τα λογια ενος φίλου μου μοναχου που η υπακοη του ανθιζει στο Περιβόλι της Παναγιάς. 
  Θα το θυμάσαι το απόσπασμα. Αν αγαπάς ενα λουλουδι που βρισκεται σ'ενα αστερι, νιωθεις γλυκά τη νυχτα, οταν κοιταζεις τον ουρανο. Ολα τ'αστέρια ειν'ανθισμενα. (...) Θα κοιταζεις τη νυχτα τ'αστερια. Το δικο μου ειναι πολυ μικρο, δεν μπορω να σου δειξω πού βρισκεται. Καλυτερα ετσι. Το αστερι μου θα ειναι για σενα ένα αναμεσα σ'ολα τ'αστερια. Ετσι, θα σ'αρεσει να κοιταζεις ολα τ'αστερια... Αυτο το μικρο απόσπασμα παντα θρονιαζεται ευλαβικα κι αθεατα στην καρδια μου παρεα με την ακολουθη φραση του αγιορειτη φιλου μου: Καθε αστερι ειναι και μια ευχη. Ενα 'Κυριε ελεησον με' που βγαινει αθορυβα απ'την καρδια. Ετσι ολος ο ουρανος γινεται αισθηση Θεου. Να αγαπας. Μ'ολη σου την υπαρξη. Μ'ολη σου την καρδια. 
  Αυτα σκεφτομαι κι αυτη την ομορφη νυχτα. Τα χερια παντα στις τσεπες για να ζεσταινονται μιας και το κρυο εχει γινει πια μονιμος επισκέπτης στη μεγαλη πολη. Στη δεξια τσεπη του μπουφαν, τα ακροδάχτυλά μου αγγιζουν τη σκοινένια, σφαιρικη επιφανεια του 8ριού κομποσκοινιού. Τοσο μικρο μα τοσο σημαντικο. Δωρο απο τον αγιορειτη. Για να μπορω να το χρησιμοποιω σαν αστρολαβο στο ανεπαναληπτο ταξιδι των ευχων. 


Υγ: Το απόσπασμα απ'τον Μικρο Πριγκηπα ειναι απ'τη μεταφραση της Μελινας Καρακωστα των εκδόσεων Πατάκη.
Υγ2: Καλό μήνα να'χουμε. Με αγάπη απλή κι αληθινή. Ευχές, αδέρφια.