Disable_right_click


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αλήτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αλήτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 17 Αυγούστου 2012

Χωρίς φιλοσοφίες, χωρίς επιχειρήματα


Στον π.Παϊσιο πήγε ένα παιδί και του  λέει: "Είμαι ένας αλήτης. Εγώ δεν σώζομαι". Και του λέει ο π.Παϊσιος: " Θα κάνω εγώ προσευχή στον Θεό και θα γίνεις το πιο καλό παιδί του κόσμου!" -του λέει. "Πάτερ εγώ δεν σώζομαι ούτε με σφαίρες!". "Βρε, θα κάνω εγώ προσευχή και θα γίνεις το πιο καλό παιδί. Ξέρεις τι καλό παιδί που είσαι; Άντε, γεια σου" και έφυγε.
Και από κείνη την ημέρα -λέει- άρχιζε να νιώθει ν'αλλάζει κάτι μέσα του. Σεισμός. Σεισμός. Η ψυχή του... Κάτι, κάτι γίνεται... "Εγώ ήθελα αμαρτίες. Τώρα δεν θέλω. Εγώ είχα το μυαλό μου, ήτανε καζάνι από σκέψεις και από την θολούρα, τώρα ξαστέρωσα. Τι γίνεται;".
Μια προσευχή τον συνόδευε. Χωρίς λόγια, χωρίς επιχειρήματα, χωρίς φιλοσοφίες, χωρίς αναλύσεις!

(απόσπασμα από ομιλία του π.Ανδρέα Κονάνου -www.atheataperasmata.com)


υγ: Αναδημοσίευση από παλιότερή μας ανάρτηση...

Πέμπτη 7 Ιουνίου 2012

Ο Γιάννης ο αλήτης

Ήταν ο απόλυτος αλήτης. Αναρχοαυτόνομος που λένε. Δεν είχε μόνιμη δουλειά, γυρνούσε από δω και από κει. Κάθε βράδυ έβγαινε, ποτέ του δεν είχε σταθερή σχέση. Τα ρούχα του, το βλέμμα του, ο τρόπος που περπατούσε. Γεμάτα αντίδραση. Όλα το έδειχναν όμως. Κάτι ζητούσε διαφορετικό, μα το έψαχνε σε λάθος δρόμο.
Έμενε στη γειτονιά μου και τον είχα δει πολλές φορές.  Στην αρχή δε μιλούσαμε, αλλά μια φορά στην εξώπορτα της εισόδου της πολυκατοικίας μας μιλήσαμε και από τότε λέγαμε ένα "γεια".
Κάποιο απόγευμα, γυρνώντας κατάκοπος απ'τη δουλειά, τον είδα να κάθεται στο μικρό πάρκο της γειτονιάς μας. Σκυφτός σε μια κούνια. Προβληματισμένος. Συννεφιασμένο πρόσωπο....
Ο δρόμος μου με πήγαινε προς τα εκεί. Δίστασα να τον προσεγγίσω. Όχι γιατί δεν ήθελα, αλλά γιατί πολλές φορές είναι καλύτερα να αφήνεις κάποιον μόνο του τέτοιες στιγμές. Τελικά, πλησίασα. Στάθηκα για λίγο ακίνητος δίπλα του. Δε σάλεψε. 

- Τι έχεις, Γιάννη; Όλα καλά, αδερφέ;

Αργοσήκωσε το πρόσωπό του και είδα τα κόκκινα (μάλλον είχε κλάψει πιο πριν) μάτια του να'χουν κάτι το πρωτόγνωρο. 

- Ρε, δεν πάει άλλο ρε φίλε, μου λέει. Δε μπορώ άλλο έτσι ρε...
- Τι έγινε;