Disable_right_click


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκρηκτικότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκρηκτικότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 15 Φεβρουαρίου 2017

Αγάπη, αγάπη χωρίς τέλος!

Ο Σταυρός του,
δύο ατέλειωτες ευθείες τεμνόμενες.
Αγάπη σταυρωμένη χωρίς όρια.
Αγάπη πιο δυνατή απ'το θάνατο.

Κι αυτούς που δε σταμάτησαν ποτέ να ελπίζουν
που κάθε στιγμή παλεύουν,
τους αγαπάει.

Κι αυτούς που χάθηκαν στο σκοτεινό βυθό,
που η ελπίδα τους ξεθώριασε,
τους αγαπάει.

Ο ήλιος του είναι άπειρος.
Η αγάπη του αθέατη,
μα ολοζώντανη.

Η παρουσία του σιωπηλή
κι εκρηκτική 
στην συμπαντική έκτασή της.

Το ποτήρι του,
ενωτικό πανηγύρι.
Πάντα παρόν,
να μας κερνά ουρανό.

υγ: Φωτογραφία από επίσκεψή μου στη μονή Σίμωνος Πέτρας, Αγ.Όρος, 2005

Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2015

Για την πιο γλυκιά αλήθεια του κόσμου

...ιδού, ποιώ τα πάντα καινά

 Μέσα στη νύχτα αναζητάς στιγμές ώστε να'χεις κάτι, κάπως να γεμίζεις του κόσμου σου τ'ανύποπτα. Μέσα στη μερα πασχίζεις για μια ανάσα πίσω απ'του προσωπείου σου την καλοφτιαγμένη βιτρίνα. Τη μια στιγμή αλλάζεις πεζοδρόμια. Την άλλη απλά εύχεσαι να'χες κάποιον να συναντήσεις -τυχαία έστω!- στο ατέλειωτο μονοπάτι σου. 

 Η αλήθεια είναι πως η μοναξιά απλώνει τα αόρατα δίχτυα της μέσα απ'την πληθωρικότητα της κενότητας. Κυνηγάς τη χαρά, μα η δίψα σου γίνεται αχόρταγο πάθος. Ατίθαση, άμυαλη ορμή που σ'οδηγεί κατευθείαν στο γκρεμό με ταχύτητες ασύλληπτες. Και καθώς πέφτεις, αναρωτιέσαι "γιατί έφτασα ως εδώ; Γιατί πέφτω; Γιατί"; Και δεν έχεις κάποιο χέρι να σε πιάσει έστω την τελευταία στιγμή. Η πτώση μοιάζει με σίγουρο πνιγμό. Και χτυπάς με πάταγο στο πέτρινο τέρμα της κατακόρυφης διαδρομής. Και εκεί, μονάχα σκοτάδι. Ακινητοποιείσαι. Δεν έχεις κουράγιο ούτε να φωνάξεις. Ούτε καν να ψιθυρίσεις. 

 Σκέφτεσαι τότε τι είχες. Την ομορφιά που, σαν ευλογία και σαν γλυκιά μουσική, περιτριγύριζε αθέατα και προστατευτικά τη ζωή σου. Μα δεν την εκτιμούσες, διότι η καρδιά σου αιχμαλωτισμένη καθώς ήταν απ'τα πάθη, πίστεψε πως με τις δικές της δυνάμεις μπορεί να κερδίσει κάτι, κάποιον, στον κόσμο όλο. Και η πτώση από εκείνη τη στιγμή διαγραφόταν σαν αυτόματο, νομοτελειακό γεγονός... Κι έτσι, λαβωμένος, το σκοτάδι αρχίζει με παγωμένες κυκλωτικές κινήσεις να σε πνίγει. 

  Όλ'αυτά, μέχρι να θυμηθείς εκείνα τα ολοφώτεινα λόγια: "Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι καγώ αναπαύσω υμάς". Μέχρι να καταλάβεις πως το φως του ήλιου είναι κάτι που στ'αλήθεια μπορείς να το αγγίξεις. Μια στιγμή, ένας χτύπος της καρδιάς, ένα δάκρυ, μια μονάχα μικρούλα στιγμή αρκεί. Μια στιγμή απόφασης ελεύθερης, θέλησης γι'αλλαγή. Σαν το υπερβατικό "ήμαρτον" του ληστή. Και η μυλόπετρα που σου πλάκωνε την καρδιά γίνεται καπνός. Εξαφανίζονται τα σκοτάδια που σε αλυσόδεναν. Κι όλα γίνονται πια καινούρια. Τόσο απλά. Τόσο εκρηκτικά απλά. Τόσο βιωματικά κι αληθινά. Στο τώρα των χτύπων της καρδιάς σου.

υγ: Αφιερωμένο με αγάπη πολλή σ'όσους αγγίξαν τ'όνειρο και τώρα το αναζητούν και πάλι. Ειδικά αφιερωμένο: στο Γιώργο, στη Μαρία, στον Αντώνη, στο Γιώργο. 
υγ2: Με τις φτερούγες των Αγγέλων ν'ανοίγουν διαδρόμους απογείωσης στα αδιέξοδα όλων μας.
υγ3: Ο στίχος στην αρχή απ'το ευαγγελιο.

Πέμπτη 17 Μαΐου 2012

Η εκρηκτικότητα της απλότητας

Σηκώθηκε κι εκείνο το πρωί, πλύθηκε και άναψε το μικρό καντηλάκι στο δωμάτιό του. Έκανε μια καρδιακή προσευχή και πήρε την τσάντα του κι έφυγε για το Πανεπιστήμιο. Ο καιρός είχε γλυκάνει. Δεν έβρεχε πια. Έτσι, δεν πήρε το λεωφορείο, αλλά αποφάσισε να περπατήσει μέχρι τη σχολή του. 
Έβγαλε το mp3 του και φόρεσε τα ακουστικά. Έβαλε τους χαιρετισμούς της Παναγίας και για 12 περίπου λεπτά, προσευχόταν περπατώντας. Άπειροι άνθρωποι πέρασαν δίπλα του. Δεν τον κατάλαβε κανείς. Όμως, εκείνος αθόρυβα και μυστικά κυνηγούσε τον Θεό...
Φτάνοντας στη σχολή, πήγε στο κυλικείο για να πιει με την παρέα του τον καθιερωμένο καφέ. Πρόσχαρος καθώς ήταν και χαμογελαστός, πολλές φοιτήτριες και πολλοί φοιτητές τον ήθελαν κοντά τους. Είπαν τα ανέκδοτά τους, μίλησαν για τα χτεσινά νέα και ανέβηκαν για τις παρακολουθήσεις. Οχτώ μέχρι δύο το μεσημέρι. Πήγαν μετά στη λέσχη, έφαγαν και αποχαιρετίστηκαν. 
Δεν είχε άλλο μάθημα εκείνη τη μέρα και γύρισε στο σπίτι του. Σε όλη τη διαδρομή, το χέρι του μέσα στην τσέπη του παντελονιού. Αν πρόσεχες καλύτερα, θα καταλάβαινες ότι είχε ένα οχταράκι κομποσκοινάκι και έλεγε συνέχεια την ευχή: "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησέ με". Ζούσε το Χριστό την κάθε στιγμή της μέρας χωρίς να αποκόπτεται απ'τους γύρω του. Αν τον ήξερες λίγο πιο καλά, θα παρατηρούσες τη ματιά του να πετάει και να αρμενίζει σ'άλλους ουρανούς...
Το απόγευμα μου είπε: