Όταν αγαπάς, δεν περπατάς.
Πετάς και πας.
Ακοίμητος φρουρός της εξαντλητικής σοβαροφάνειάς μας, ο εγωισμός. Αφήνουμε την εσωτερική μας δίψα για το αυθεντικό και το ωραίο και δινόμαστε ολόκληροι στο εύκολο φτιασίδωμα μιας αυτοπροβολής. Νομίζουμε πως αγαπάμε, πως ενδιαφερόμαστε. Μα, αν ψάξουμε καλύτερα μέσα μας, θα δούμε τον κισσό του ναρκισσισμού μας να σκαρφαλώνει επικίνδυνα στα υψώματα της καρδιάς μας.
Η καρδιά μας... Τη μια θέλουμε να ζήσουμε στο απίστευτο και την αμέσως επόμενη στιγμή ριχνόμαστε -μαζί με τις μάσκες που τόσο συνηθίσαμε να φοράμε- ολόκληροι στα λασπόνερα των αδυναμιών μας. Ήρωες και κακοί, αξίες κι ενοχές, κάπου μέσα μας μπερδεύονται.
Μα έρχεται κάποιο γλυκό πρωινό σαν κι αυτό κι οι σκέψεις ακολουθούν τη σωστή πορεία τους. Ανοίγεις το παραθυρόφυλλο με αργές κινήσεις. Ένα φωτεινό κομμάτι σμαλτωμένου ουρανού διαχυτικά απλώνεται στο δωμάτιο. Και οι ελπίδες ετοιμάζονται ξανά για το πέταγμά τους. Τους φθινοπωρινούς μήνες, το κρύο και η ζέστη μπαινοβγαίνουν κι εναλλάσσονται αδιάκοπα στο δωμάτιό σου. Σαν τους επιβάτες του μετρό. Το ίδιο και το φως της προσευχής. Στη ζυγαριά του μέσα μας κόσμου κονταροχτυπιούνται σκληρά αντίρροπες δυνάμεις.
Κι έτσι, η ζωή συνεχίζεται μαζί με τις ανάσες σου. Η αγάπη αρχίζει ν'ανοίγει ξανά ορίζοντες μέσα σου. Να καθαρίζει απαλά. Να δυναμώνει τα φτερά σου. Και, δειλά-δειλά, μαζί με την ανατολή, τα ξαναδοκιμάζεις. Κοιτάς ψηλά το απέραντο γαλάζιο. Η ματιά σου ήδη γεύεται ουρανό. Είσαι πια έτοιμος. Μια δυνατή απόφαση μέσα στη σιωπή. Μια νέα πτήση μόλις ξεκίνησε.
υγ: Το δίστιχο στην αρχή είναι του Αγ.Γρηγορίου του Παλαμά. Ευχαριστώ πολύ τη Μαρία που το επισήμανε.
υγ2: Η φωτογραφία είναι απ'τη γαλλική ταινία Le ballon rouge, της δεκαετίας του 1960 που είδα πρόσφατα.