Κι έρχονται στιγμές που η ζωή σε κερνάει δυστυχία.
Κι έρχονται στιγμές που βρίσκεις τη δύναμη να γελάσεις μπροστά στον θάνατο.
Κι έρχονται στιγμές που κανείς τον κλόουν.
Για το παιδί στο 426.
Καληνύχτα...
2 μ.μ.: Το καρότσι νοσηλείας πλησιάζει το θάλαμο 426. Δίκλινο.
Ένας ασθενής μέσα. 12 χρονών.
Αγόρι.
Λευχαιμία.
Δεύτερο σχήμα χ/ο.
Οι παρενέργειες έχουν αρχίσει πια να εκδηλώνονται πιο συχνά. Ο νοσηλευτής μπαίνει στο θάλαμο. Ο μικρός Α. απουσιάζει. Μόνο η μάνα στην καρέκλα σκυφτή.
Σηκώνει το κεφάλι. Σηκώνει το χέρι και με δυσκολία δείχνει το μπάνιο.
- Πάλι εμετοί; ρωτάει ο νοσηλευτής.
- Όχι. Κλαίει.
- Γιατί; Του είπαν κάτι άσχημο οι γιατροί;
- Όχι παιδί μου, απαντά η μάνα. Δεν είδες;
- Όχι, τί να δω;
- Να, πριν από λίγο, πέρασε από εδώ ένας κλόουν, μπήκε στο θάλαμο, είδε τον Α. κι έφυγε. Είχε κάνει λάθος όροφο.
- Μάλιστα. Κι ο μικρός απογοητεύθηκε και τώρα κλαίει, είπε ο νοσηλευτής με φωνή, που μόλις έβγαινε από μέσα του. Η μάνα έγνεψε καταφατικά δακρυσμένη.
- Και αύριο έχουμε το κρίσιμο χειρουργείο, είπε η μάνα με πνιχτή φωνή.
Σφίγγοντας τα δόντια, ο νοσηλευτής εκτελεί τη νοσηλεία και βρίσκοντας μια δικαιολογία πηγαίνει στα αποδυτήρια.
6 μ.μ.: Θάλαμος 426. Ο μικρός Α. ξαπλωμένος, κοιτάζει το ταβάνι. Ακούει το καρότσι νοσηλείας να πλησιάζει. «Πάλι θα μου βάλουν νερό με τη σύριγγα από το ροζ κουμπάκι, σκέπτεται».










