Είναι βράδυ. Περασμένες δύο... Έξω το πηχτό σκοτάδι εξασθενεί απ'τα φώτα της μεγάλης πόλης. Ανοίγω τη μπαλκονόπορτα και βλέπω ψηλά το φεγγάρι θαμπό. Γύρω του, ολόγυρά του μερικά αστέρια κι αυτά θαμπά. Θες η υγρασία, θες η θολή ατμόσφαιρα, δεν διακρίνονται με όλη τους τη λεπτομερή ομορφιά. Κρύβονται κάπως από μας. Ή μήπως εμείς δε τα βλέπουμε; Εξαιτίας του τρόπου ζωής μας;
Γύρω μας τόσες ευκαιρίες για αλήθεια. Για φως. Γι'αγάπη, ρε φίλε. Μα εμείς επιμένουμε στα πρόσκαιρα, στα ψεύτικα, στα περαστικά. Πώς γίνεται και μπερδευόμαστε τόσο πολύ;
Σβήνω τη φως του μπαλκονιού. Και κλείνω μόνο το τζάμι. Θέλω το φως του φεγγαριού να με τυλίγει καθώς θα κοιμάμαι. Σαν τις προσευχές που ακόμη δεν έκανα -μα πάντα η ψυχή μου θα διψά.
Απόψε, πριν κλείσω τα μάτια μου, θα'θελα να θυμηθώ όλες αυτές τις ευεργεσίες σου, Θεέ μου. Θα'θελα να σ'ευχαριστήσω. Θα'θελα να μετράει η ανάσα μου, τις γλυκές παροχές της Αγάπης σου.
Θα'θελα να δίνω ονόματα στ'αστέρια. Ένα για κάθε αδερφό και φίλο που για κάτι πονάει, για κάτι υπομένει κι ελπίζει. Ένα αστέρι για κάθε καρδιά που έχει ανάγκη από ένα θεϊκό χάδι και μια αγκαλιά.
Θεέ μου, αυτό το βράδυ, άκουσε τη πενιχρή φωνή της καρδιάς μου. Δώσε μας και σήμερα τη Χάρη σου. Παρ'όλες τις βρωμιές μας. Έλα κοντά μας. Μείνε μαζί μας, Θεέ μου.
Το σκοτάδι μοναξιά σαν αγωνία. ή και φως σαν ευλογία Το σκοτάδι ίσως φεγγαρόγερμα της θλίψης ίσως φόντο για τ'αστέρια. Το σκοτάδι ίσως μαύρος επίλογος θανάτου ίσως Ανάστασης αρχή.
Πολλές φορές, ανεβαίναμε -είτε μικρή είτε μεγάλη παρέα- σ'ένα μεγάλο βουνό όπου ένας φίλος είχε εξοχικό. Θέα απίστευτη. Ομορφιά ασύλληπτη. Άνοιγες το παράθυρο τα πρωινά και σου ερχόταν αυτή η μυρωδιά απ'το νοτισμένο με υγρασία χώμα, αυτή η ολοκάθαρη δροσιά του παρθένου, ανέγγιχτου, καθαρού δάσους. Όχι καυσαέρια και σκόνη και νέφος.
Απίθανο αίσθημα.
Άκουγες τα πουλιά να απολαμβάνουν το πρωινό κελαηδώντας σε χαρούμενες μελωδίες. Αφουγκραζόσουν τον βουνίσιο, αέρα να περνάει ανάμεσα απ'τα έλατα και τα πεύκα και μαγευόσουν. Έβλεπες αετούς να πετούν αυτοκρατορικά, στιβαρά και πετούσες και συ μαζί τους στον ολογάλανο ουρανό.
Βγαίναμε τα βράδια στην αυλή με το φρεσκοκουρεμένο γκαζόν και κοιτούσαμε τ'αστέρια. Το φεγγάρι. Και μιλούσαμε. Ατέλειωτες ώρες. Σκεφτόμασταν τι όμορφα που θα'ταν αν μπορούσαμε να μείνουμε εκεί για πάντα. Εναλλακτικότητα στον τρόπο ζωής, γνησιότητα και αληθινή σχέση με τη φύση. Πιο κοντά.
Τι όμορφα που θα'ταν.
Και θυμάμαι που πηγαίναμε ν'ανάψουμε το καντηλάκι στο πέτρινο, παλιό εξωκλήσι εκεί κοντά στην άκρη ενός λοφίσκου ψηλού. Κι από κάτω, το μάτι ταξίδευε (ή μάλλον πετούσε) ως το γλυκό, ασύνορο του βουνού. Έφτανε ως τη θάλασσα, στο βάθος. Τι γλυκό άπειρο. Και σκεφτόμουν πως η αλήθεια είναι τόσο υποκειμενική.
Ποιος είμαι εγώ που θα σου πω τι να κάνεις; Ποιος είμαι εγώ που θα αμφισβητήσω αυτά που αισθάνεσαι; Ο δικός σου κόσμος, η δικιά σου αλήθεια είναι απόλυτα σεβαστή. Δε μπορώ να το αμφισβητήσω αυτό.
Εσύ είσαι ο δικός σου κόσμος. Εγώ έχω έναν δικό μου. Οι δικιές σου εμπειρίες, τα βιώματά σου τα σέβομαι. Έχω κι εγώ τα δικά μου. Βιώματα, σκέψεις, ιδέες, απορίες, σκέψεις, πάθη, αρετές, όνειρα. Κι όταν έρχεται το βράδυ και πέφτω να κοιμηθώ, θυμάμαι πως αν δεν ήταν Εκείνος να φυσήξει λίγο ατόφιο φως στη φθαρτή μου καρδιά, θα'μουν ένα φύλλο που θα χανόταν στον φθινοπωρινό άνεμο.
Κι ο κόσμος θα προχωρεί στους ρυθμούς του. Κι ζωή θα κυλά. Κι η μουσική της καρδιάς σου, της καρδιάς μου, θα συνεχίζεται.
Ή μήπως δεν υπάρχει σωστή και λάθος πλευρά; Ή μήπως υπάρχει αλλά δεν ξέρουμε ποια είναι η σωστή και ποια η λάθος; Ή μήπως ευχόμασταν να υπάρχει σωστή και λάθος πλευρά ώστε να νιώθει λιγότερη την ευθύνη η καρδιά μας; Ή μήπως και οι δυο πλευρές του κέρματος έχουν λίγο σωστό και λίγο λάθος; Ή πιο πολύ λάθος η μία; Τι συμβαίνει;
Πολλές φορές ονειρεύεσαι το μέλλον σου. Το δημιουργείς, το πλάθεις στο μυαλό σου με συγκεκριμένο τρόπο. Μα έρχεται ανύποπτα η στιγμή -θα το'χεις νιώσει και συ-που η πραγματικότητα αποδεικνύεται διαφορετική. Όμορφότερη ή και όχι. Ευτυχέστερη ή και όχι.
Ακούω τόσες και τόσες φορές ανθρώπους να λένε "η ζωή ξέρει", "η ζωή θα τα φέρει όπως θέλει αυτή". Ακούω και άλλους να λένε "έχει ο Θεός". Ή άλλους που λένε "όλα είναι τύχη".
Και σκέφτομαι: άραγε οι επιλογές μου έχουν σημασία; έχουν αξία οι προσπάθειές μου; έχει πρακτικό αντίκρυσμα το να πασχίζω για κάτι όταν "τα πράγματα δεν έρχονται όπως τα υπολόγιζα";
Και έρχεται η νύχτα. Και αφουγκράζομαι τους χτύπους της καρδιάς μου. Και προσπαθώ να κάνω κάθε χτύπο μου μια ευχή. Μια προσευχή ή ένα δάκρυ. Να ψηλαφίσω για λίγο -μερικά λεπτά έστω- την πραγματικότητά μου. Να δω για λίγο τ'αστέρια όπως είναι.
Το βίωμα υπερισχύει της θεωρίας. Οι χτύποι της καρδιάς θα'ναι πάντα εκεί να στο πιστοποιούν. Τι νόημα έχει να μιλάς για μεγάλα εναλλακτικά πλάνα και σχέδια και κηρύγματα κι αξίες αν δεν αφήνεις λίγο την καρδιά ν'ανασαίνει. Ν'ανοίγει τα φτερά της. Να πετάει. Ποια αξία έχουν οι τυπικότητες αν δεν μάθουμε να'μαστε αληθινοί; Τα υλικά πράγματα δε φέρνουν την ευτυχία. Τουλάχιστον όχι αυτόματα, όχι.
Μα όλα μπορούν να γίνουν κάτι όμορφο. Τα δάκρυα, ναι. Το χαμόγελο, ναι. Όλα. Ακόμη κι η απογοήτευση, ακόμη κι ο εγωισμός ή τα πάθη ή ο σκοτισμός της καρδιάς. Ακόμη και τα υλικά πράγματα, ναι. Όλα μπορούν να γίνουν αφορμή για να δεις πως τελικά υπάρχει και κάτι ομορφότερο.
Η μετάνοια, η εξομολόγηση, η προσευχή, ο αγώνας. Όλες σκέτες λέξεις ή βιωμένες εμπειρίες. Θεωρίες αερολογίας ή δρόμος ομορφιάς σιωπηλής κι ολόγλυκης. Μπορείς να τα απορρίψεις, μπορείς να τα βιώσεις. Μα να θυμάσαι, φίλε: τα πάντα εξαρτώνται απ'την καρδιά. Γιατί δεν έχει νόημα να'σαι αεροπλάνο αν δε μπορείς πια να πετάς.
υγ: Το δίστιχο στην αρχή είναι απ'το αγαπημένο τραγούδι "Ο εξώστης" απ'τους Στέρεο Νόβα.
Είναι κάτι γκρεμισμένοι ουρανοί που λες πως έλειψαν απ'τη ζωή σου. Είναι κάτι πλανήτες που λες πως θα'θελες να κατοικήσεις ακόμη κι αν ήσουν καράβι χωρίς νησιά. Κάτι λείπει, κάτι έρχεται, μα όλα σου θυμίζουν το μονοπάτι προς τον ουρανό. Κάπου στην άκρη της ανάσας σου αρχίζει να σχηματίζεται και πάλι εκείνο το -γεμάτο αστέρια- χέρι που έδειχνε ψηλά. Βγαίνεις στο μπαλκόνι. Κοιτάς το κόσμο να περπατάει, την κίνηση που πάντα δε χωρούσε στο πεντάγραμμο της καρδιάς σου.
Είναι κάτι δέντρα που, ακόμη κι αν γεράσουν, δε σταματούνε τα ταξίδια. Ο γέρικος κορμός τους τα'χει αντέξει όλα. Αέρηδες και μανιασμένες καταιγίδες. Φωτιές και κρύα υπέμεινε. Τώρα πια οι ρίζες του γίνανε σκόνη. Μα το σκαρί επιμένει εκεί. Είναι που οι εμπειρίες το ατσάλωσαν. Του'δωσαν το χάδι της αλήθειας. Αφήνεται -να'το, εκεί- στο ιώδιο και στη σαγήνη της θάλασσας. Μένει εκεί να ταξιδεύει σε ακτές πιο μακρυά κι απ'του ορίζοντα την αυγή. Μέχρι να επιστρέψει αθόρυβα κι αόρατα πάλι πίσω στην αγκαλιά της μάνας γης.
υγ: Το δίστιχο στην αρχή είναι απ'το πολύ γνωστό ποίημα του Καβάφη, "Ιθάκη".
Σα μελωδία γλυκιά, σαν καράβι πλέει η αγάπη, αν την αφήσεις να ταξιδέψει μέσα στην καρδιά.
[από δω μέχρι τον ουρανό #2]
υγ: Σαν συνέχεια αυτής της ανάρτησης. Ευχαριστώ πολύ τον Δημήτρη που μου έστειλε το συγκινητικό αυτό βίντεο. υγ2: Να έχεις μια γλυκιά κι όμορφη μέρα. Καλή δουλειά (αν εργάζεσαι και σήμερα). Καλή ξεκούραση (αν σήμερα έχεις αργία). Η Σκέπη Της ας είναι στήριγμά μας και η θυσία των προγόνων μας διαλεχτό παράδειγμα για μας.
Νυχτα κρυσταλλινη, πάρε τους αποχαιρετισμούς και καν'τους αστέρια. Για να'χω κάτι γλυκό ν'αποδιωχνει το σκοταδι των απουσιων, να ημερεύει τα πελαγη των αναμνησεων. Νυχτα μυσταγωγικη, παρε του εξωστη μου τις προσευχες και καν'τες χελιδονια γοργοφτερα. Να ταξιδευουν αθεατα μεχρι την ανοιξη του θρονου Του.
Νυχτα πλανευτρα, ειναι φορες που η σιωπη σου μοιαζει να γεμιζει φιλοξενες μελωδιες τις χλομες γωνιές της καρδιας. Κι ειναι και κατι φορες που η μοναξια σου ιδρωμενη κι ανησυχη, περιεργαζεται τη μυστήρια πολιτεια του πονου.
Νυχτα παρακλητικη που κι αποψε μας επισκεφτηκες, σκεπασε τους φτωχους, τους απελπισμενους, τους παρατολμους, τους ναυαγους με το γεματο διαμαντια ουρανιο πέπλο σου. Εραστες να γινουν της απειρης αγαπης Του.
Αποψε, νυχτα σαγηνευτική, θα'θελα να δοκιμάσω τα φτερα μου. Μηπως και γκρεμιστουν τ'αγελαστου εγωισμου μου τα τειχη. Μηπως και μεσα στη σιωπη, ανάμεσα στα χαλάσματα, ακολουθησω -ταξιδιωτης νυχτερινος- τη στιλβη του φεγγαριου. Μεχρι το πρωτο ξημερωμα. Ωσπου να μαθουν οι ανασες μου να αισθανονται τις πρωτες ηλιaχτιδες της παρουσιας Του στον κηπο της ψυχης μου. Ωσπου ο μεσα μου κοσμος ψηλαφισει την υπαρκτή, ενωτική γλύκα της ζωης.
Πολλές καλησπέρες. Εύχομαι καλή δύναμη. Καλή αυριανή. Καλή Παναγιά! Η μητρική της απέραντη αγάπη να δίνει φως στα όνειρά σου κι ελπίδα στη ματιά σου. Σε αφήνω μ'αυτό το πανέμορφο παραμύθι της Δώρας Πρωτόπαπα.
Ναι, υπάρχουν τόσα προβλήματα στις ζωές μας. Αυτό είναι αδιαπραγμάτευτο. Μα ίσως οι πιο μεγάλες δυσκολίες είναι που χρειάζονται τις πιο μεγάλες καρδιές. Ίσως τότε είναι που ο ουρανός αποκτά σχήμα, όρια και ύπαρξη μέσα μας. Μια γαλαξιακή γέννηση -αθέατη μα παρούσα.
Θα'ταν λες παράδοξο αν καθένας από μας ήταν κι από ένα αστέρι; Αυτά που βλέπουμε εκείνη τη στιγμή καθώς κοιτάζουμε ψηλά, έξω απ'το παράθυρο του δωματίου μας;
Θα'θελα να γνωρίσω πώς ζωγραφίζουν τα μάτια σου τη μυσταγωγία τ'ουρανού. Ξέρεις πότε εννοώ. Όταν όλοι οι άλλοι έχουν πέσει για ύπνο και τυχαίνει να'σαι μόνο εσύ ξύπνιος. Εσύ και οι σκέψεις που πλημμυρίζουν τα τρίσβαθα της καρδιάς σου.
Μα να σου πω κάτι; Πάντα δίπλα από κάθε αστέρι υπάρχει κι ένα άλλο. Ίσως πιο ζωντανό, ίσως λιγότερο λαμπερό. Μα όπου κι αν στρέψεις το βλέμμα σου, πάντα θα δεις αστέρια να συνυπάρχουν. Μέσα στο διαμαντένιο νυχτερινό πέπλο.
Ίσως, τελικά να'μαστε κι εμείς αστέρια... Και είμαστε πάντα ο έναςκοντά στον άλλον. Κι αν κάποιες φορές νιώθουμε μόνοι μας, είναι που χρειάζεται λίγο να κοιτάξουμε δίπλα μας: το φως κάποιας διπλανής καρδιάς θα'ρθει, άμα το ζητήσουμε, να μας ζεστάνει.
Ευχή και προσευχή για καληνύχτα από ένα πολύ μικρό δωμάτιο.
υγ1: Το δίστιχο στην αρχή είναι στίχοι από ένα παλιό μου τραγούδι υγ2: Η φωτογραφία είναι πίνακας του Pablo Milan.
(Για μουσικό χαλάκι: εδώ) Αποξεχάστηκα πριν λίγο να σκέφτομαι τα παλιά. Να θυμάμαι στιγμές -σαν ασπρόμαυρα καρέ- από τότε που ήμουν ακόμα μικρός. Πιτσιρίκι.
Πόσα απλά ήταν τότε όλα... Κατακόκκινα μπαλόνια, στρατιωτάκια, καραβάκια πειρατικά. Βόλτες στην παραλία και κούνιες στην αμμουδιά με θέα το απέραντο γαλάζιο. Ηλιοβασιλέματα με γλυκά τραγούδια. Ήχοι φυσαρμόνικας και χρώματα των χρυσών νυχτερινών αστεριών. Στιγμές τόσο γλυκές.
Καμιά φορά, όταν ταξιδεύω, ασυναίσθητα βάζω το χέρι στην τσέπη μου. Ψηλαφιστά. Μήπως κι αγγίξω το σχήμα της παλιάς φυσαρμόνικας ή την πολύχρωμη τρελόμπαλα που'χα βρει στα σκαλιά του ωδείου...
Μα η πραγματικότητα με ξαναβρίσκει να χαμογελώ ασυναίσθητα. Περιπέτεια η ζωή. Μια πρωτόγνωρη περιπλάνηση. Και τα'χει όλα. Καλό ξημέρωμα. Ευχές πολλές.
Θυμήθηκα μόλις τον Π. Ένα παιδάκι 9 χρόνων -όταν τον γνώρισα- σκέτο αγγελούδι. Είχε έρθει για μερικές μέρες στην κατασκήνωση που ήμουν κι εγώ. Ο Π. είχε τα πιο καθαρά μάτια που είχα δει ποτέ μου. Τόσο γλυκά, τόσο φωτεινά, τόσο αθώα και τόσο σοβαρά. Οι κρίσιμες δυσκολίες του (φοβερά προβλήματα υγείας) δεν τον πτοούσαν. Όταν χαμογελούσε, έλεγες πως ο ουρανός έστειλε ένα αγγελούδι για να σκορπίζει χαρά σ'όλη τη γη. Αυτός ήταν ο Π. με πολύ λίγα λόγια.
Ένα βράδυ -πρέπει να'ταν περασμένα μεσάχυχτα- μπαίνω μέσα στο σπιτάκι και βλέπω τον Π. καθισμένο στο κρεβάτι του να κοιτάζει έξω απ'το παράθυρο. Τον πλησιάζω σιγά-σιγά, για να μη ξυπνήσω τα υπόλοιπα παιδιά, και του λέω: "Πάμε μια βόλτα έξω. Έλα να κάνουμε μαζί σκοπιά, να φυλάξουμε την κατασκήνωση". Φόρεσε τη ζακέτα του, τα παπουτσάκια του και βγήκαμε μαζί έξω.
Παρόλο που ήταν Ιούλιος, είχε ψύχρα στο ψηλό βουνό -1400 υψόμετρο. Ο ουρανός πεντακάθαρος. Το φεγγάρι φώτιζε τα έλατα και δημιουργούσε ένα υπέροχο σκηνικό. Στο βάθος του ορίζοντα η μεγάλη πόλη και η θάλασσα φαίνονταν τόσο όμορφα, σα ζωγραφικός πίνακας.
Αφού μιλούσαμε αρκετή ώρα, ξαφνικά ο Π. μου λέει: "Δε χρειάζεται να καθόμαστε να φυλάμε εμείς την κατασκήνωση. Να ρωτήσουμε το Χριστό να μας πει αν θα'ρθει κανένας να πειράξει την κατασκήνωση". Παραξενεμένος του λέω: "Εντάξει. Τι θα κάνουμε;". "Να γονατίσουμε -μου λέει- να προσευχηθούμε". Αφού γονατίσαμε μέσα στην απόλυτη ησυχία, αρχίσαμε αν προσευχόμαστε. Σηκώνει τα μικρά του χεράκια, κλείνει τα μάτια του κι αρχίζει να εύχεται. Μετά από 4-5 λεπτά, μου λέει: "Εντάξει. Δε θα 'ρθει κανείς". "Σίγουρα"; του λέω. Μου γνέφει καταφατικά και μου δείχνει ψηλά τ'αστέρια. "Κάθε αστέρι είναι κι ένας άγγελος, μου λέει. Ο Χριστός τους στέλνει για να μας φροντίζουν και να μας αγαπάνε πολύ. Ποτέ μας δεν είμαστε μόνοι".
Δεν είπε κάτι άλλο. Εγώ τον κοιτούσα και προσπαθούσα να κατανοήσω το μυστήριο που έκρυβε εκείνη η αγιασμένη παιδική καρδιά... Στιγμές χαραγμένες για πάντα μέσα μου....
Ο Π. απ'ό,τι άκουσα μετά από 2-3 χρόνια πέταξε για τα λημέρια τ'ουρανού, αφού είχε προβλέψει την ημέρα που θα'φευγε απ'αυτό τον κόσμο. Ένας μικρούλης άγιος. Ένας γλυκός άγγελος. Που εύχεται για όλους εμάς.
Τελικά, τα πράγματα είναι όντως απλά. Παρόλο που εμείς οι μεγάλοι τα περιπλέκουμε. Η παιδική ψυχή έχει την αθωότητα τ'ουρανού και μπορεί να νιώσει τη γλύκα και την ασφάλεια που εμείς τόσο άτσαλα και επιπόλαια αναζητάμε σε χίλια δύο ψεύτικα κι ανούσια μονοπάτια...
Όταν αισθανόμαστε αδύναμοι, να θυμόμαστε πως η Χάρη Του είναι ασύγκριτη. Η αγάπη Του ατέλειωτη, η δύναμη Του ολοκληρωτική. Βρήκα κι ένα τραγούδι που, νομίζω, τα λέει όλα. Απλά, αληθινά. Με ελπίδα. Άκουσέ το όποτε βρεις λίγο χρόνο.
Ευχές πολλές. Καλή δύναμη. Κάνε και μια ευχή καρδιακή για την Ν., για τη Σταυρούλα, για τον Γιώργο και για όλα τ'αδέρφια που πονάνε και υποφέρουν. Μαζί μπορούμε να καταφέρουμε πολλά!
Μπορεί να αγαπάω υπερβολικά τη θάλασσα, αλλά τουλάχιστον 1 μήνα απ'το καλοκαίρι τον περνώ κάθε χρόνο στα ψηλά βουνά. Μ'αρέσει να βρίσκομαι ανάμεσα στο καθαρό οξυγόνο, στο ατέλειωτο γαλάζιο όταν ο ήλιος θ'αρχίζει τα πρωινά και τα βραδινά ταξίδια του. Μ'αρέσει, τέλος, να ξαπλώνω τις νύχτες με το sleeping bag και η μόνη μου σκεπή να'ναι το ασύνορο, γλυκό νυχτερινό πέπλο γεμάτο αστέρια...
Πάντα σαν παιδί είχα την απορία για το πώς εμφανίζονται ξαφνικά τ'αστέρια και πώς καταφέρνουν και δε καίγονται :) και πώς κάποιες φορές δε τα βλέπουμε τόσο καθαρά.
Να σου διηγηθώ μια ιστορία;
Θυμάμαι μια νύχτα που ήμασταν γύρω στα 1400 υψόμετρο. Νύχτα. Απέραντη ησυχία. Ακουγόταν μονάχα ο ήχος της φωτιάς και το γλυκό θρόισμα του αέρα καθώς βόλταρε ανάμεσα στα έλατα και στα πεύκα. Ήμουν ξαπλωμένος ανάσκελα κρατώντας μια μπάλα ποδοσφαίρου και σκεφτόμουν πως κάποια μέρα θα μεγαλώσω και θα γίνω αστροναύτης! Τ'αστέρια δε φαίνονταν καθαρά και αυτό με προβλημάτιζε. Τότε ρωτάω τον πατέρα μου: "Πώς γίνεται να μη τα βλέπουμε τώρα όλα τ'αστέρια, μπαμπά"; Κι ο πατέρας μου μείωσε τη φωτιά (ίσα που να σιγοκαίει, έσβησε και το μεγάλο φακό που είχαμε όλη η παρέα) και μου λέει: "Τώρα; Τα βλέπεις καλύτερα"; Πιτσιρίκι εγώ, πέταξα απ'τη χαρά μου και του απαντώ: "Ναι! Ναι! Τι ωραία που είναι"!
Και μου λέει: "Για να δεις τ'αστέρια πρέπει να σβήσεις όλα τα υπόλοιπα φώτα. Να'σαι μονάχα εσύ κι εκείνα. Αλλιώς δε θα σου χαμογελάσουν. Όταν τ'αστέρια σε αισθανθούν φίλο τους τότε χαίρονται και σου δείχνουν όλο το όμορφο φως τους. Γι'αυτό κι όταν τα κοιτάς, τρεμοπαίζουν. Σου χαμογελούν". "Να σου πω κι ένα μυστικό ακόμα"; μου λέει. "Για να δεις τ'αστέρια πρέπει ν'ανεβείς ψηλά. Πολύ ψηλά! Μακρυά απ'τα φώτα της πόλης! Όπως και με την αγάπη. Για να αγαπήσεις κάποιον πρέπει να βγεις απ'τον εαυτό σου! Ειδάλλως, θα'σαι μόνος σου. Χωρίς φως μέσα στην καρδούλα σου". Αγάπη για όλους... Δρόμος ανηφορικός μα τόσο όμορφος...
Καιρό είχα ν'ανοίξω αυτή την πόρτα. Τα βήματά μου γυρόφερναν σ'άλλα μονοπάτια. Μα σαν απότομη βροχή ήρθε στη ζωή μου. Είναι περίεργος ο αέρας πια. Οσφραίνομαι τη σκληρή του παρουσία. Μου δείχνει ένα περίεργο κόσμο. Πού τελειώνει το μυστήριό σου; Ψάχνω άγκυρα να μη βυθιστώ. Γιατί, πόνε, ήρθες έτσι απρόσκλητος; Φτερά γίναν πια τα δάκρυα. Μα κάθε που δακρύζω βαραίνει η καρδιά. Και δυσκολεύομαι να πετάξω. Παίρνω ανάσες, κάνω ευχές. Και πετάω παραγάδια ψηλά. Ανάμεσα στ'αστέρια. Πού τελειώνει ο ουρανός; Πού τελειώνουν τα δάκρυα; Σε ποιο αστέρι πετά η ευτυχία;
(Εμπνευσμένο από ένα mail που έλαβα. Aφιερωμένο στις ψυχούλες εκείνες που δοκιμάζονται σκληρά απ'το μυστήριο του πόνου). Καλό μήνα, αδέρφια.
Μη μου μιλάς για ψεύτικα πράγματα. Δε μ'ενδιαφέρουν. Άσε με ν'ανασαίνω τον αέρα τον ελεύθερο.
Εκείνο το γλυκό αεράκι που νιώθω κάθε φορά που τ'αεροπλάνο μου προσγειώνεται στις μεγάλες πόλεις και το τραίνο με αφήνει στους πολυσύχναστους σταθμούς.
Όσο και να μου μιλάς για τη γη, το βλέμμα μου είναι στραμμένο ψηλά. Στο απέραντο γαλάζιο τ'ουρανού. Στ'αναρίθμητα αστέρια που περιμένουν υπομονετικά να φωτίσουν τις νύχτες μου.