Πιστεύω στο απίστευτο
που είναι η πιο αληθινή μας ιστορία
Θυμάσαι; Θυμάσαι που έβλεπες τα τραίνα να περνούν; Κι οι ράγες τους, αυτά τα βαριά σιδερένια μονοπάτια, χάνονταν στο βάθος του ορίζοντα. Κι έλεγες πως δεν τελειώνουνε ποτέ. Ακίνητοι αφηγητές των πιο απίστευτων παραμυθιών.
Κάμποσα τραίνα σε ταξίδεψαν από τότε. Γνώρισες καινούριους σταθμούς, ξένες νέες πολιτείες. Και δώσ'του ταξίδια. Ποτέ δε σταμάτησες τα ταξίδια. Μου έλεγες πως έτσι μετράς το χρόνο... Πως σου θυμίζουν το παλιό σου ρολόι, δώρο της γιαγιάς σου. Εκείνη δεν ταξίδεψε παρά μόνο μια φορά. Ήταν παιδί της θάλασσας. 'Τις βάρκες, τις θυμάσαι τις βάρκες; Που είχαν αποτραβηχτεί στην αγκαλιά της άμμου; Ο χειμώνας, ο αλμυρός χειμώνας, πουλί μου', έλεγε με τη γλυκιά γεροντική φωνή της. Τώρα έμεινε μονάχα η ανάμνησή της. Σα φάρος ολοφώτεινος στις πιο σκοτεινές σου νύχτες. Καταφύγιο ζεστό.
Προχωρούν οι στιγμές. Μπήκε πια Οκτώβρης. Μυρίζει υγρασία η βαθυκάστανη φορεσιά της γης. Προχωράς και συ με τα χέρια στις τσέπες της ζακέτας σου. Ο γιακάς σηκωμένος να κόβει το κρύο. Παραλία. Το κύμα μια έρχεται μια φεύγει ώσπου σβήνει τελικά με ηρεμία στην ακρογιαλιά. Ο Οκτώβρης, ξέρεις, είναι μήνας διαφορετικός. Παίρνει τα πορτοκαλιά πεσμένα φύλλα του Σεπτέμβρη και τα κάνει όνειρα.
Κι η βροχή να συνεχίζει. Κι η προσευχή το ίδιο. Στο φθινοπωρινό τέμπο που μπήκε πια για τα καλά στις ζωές μας. Δε θέλω να κρυώσουν οι καρδιές μας. Η αγάπη Του δεν υπολογίζει εποχές. Μπαινοβγαίνει γλυκιά, αύρα λεπτή, απ'τα παράθυρα των ψυχών μας αν την αποζητήσουμε. Μυστικά, βιωματικά. Κι έχει το χρώμα της ελπίδας. Σαν το ουράνιο τόξο. Που, σαν φανεί μετά την καταιγίδα, μενεξεδένια χρώματα πλημμυρίζουν τα σύνορα τ'ουρανού.
Κι η βροχή να συνεχίζει. Κι η προσευχή το ίδιο. Στο φθινοπωρινό τέμπο που μπήκε πια για τα καλά στις ζωές μας. Δε θέλω να κρυώσουν οι καρδιές μας. Η αγάπη Του δεν υπολογίζει εποχές. Μπαινοβγαίνει γλυκιά, αύρα λεπτή, απ'τα παράθυρα των ψυχών μας αν την αποζητήσουμε. Μυστικά, βιωματικά. Κι έχει το χρώμα της ελπίδας. Σαν το ουράνιο τόξο. Που, σαν φανεί μετά την καταιγίδα, μενεξεδένια χρώματα πλημμυρίζουν τα σύνορα τ'ουρανού.
Υγ: Το δίστιχο στην αρχή είναι του αγαπημένου Τάσου Λειβαδίτη