Disable_right_click


Τετάρτη 14 Νοεμβρίου 2012

Ένα μικρό, άτεχνο παραμύθι

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε σ'ένα καταπράσινο, ψηλό βουνό ένα αγαπημένο ζευγάρι. Με τον καιρό ήρθε στην χαρούμενη ζωή τους ένα χαριτωμένο αγοράκι και τους έκανε ακόμη πιο ευτυχισμένους. Το παιδάκι με τον καιρό μεγάλωνε και σιγά-σιγά δυνάμωνε. Ανάσαινε τον καθαρό αέρα του βουνού και τα μάτια του δε χόρταιναν να θαυμάζουν το μαγευτικό γαλάζιο τ'ουρανού και το απέραντο πράσινο των δέντρων.
Όταν πια μεγάλωσε κι έγινε ολόκληρο παλικάρι, ψηλό και γεροδεμένο, αποφάσισε να βρει το δικό του δρόμο στη ζωή. Φόρτωσε ένα μεγάλο σακούλι πράγματα κι ετοιμάστηκε για το μακρινό, κοπιαστικό ταξίδι. Αποχαιρέτησε τους γονείς του και διάβηκε το κατώφλι της ξύλινης εξώπορτας. Καθώς περπατούσε γεμάτος όνειρα, σχέδια και προσδοκίες, η μητέρα του από μακρυά του φώναξε: "Στο καλό, παιδί μου και να προσέχεις. Να πας στο σοφό γέρο που μένει στις πάνω λίμνες. Αυτός θα σε βοηθήσει να βρεις το δρόμο σου".
Προχωρούσε το παλικάρι στα δρομάκια του βουνού και τα ζώα του δάσους τον κοιτούσαν παραξενεμένα. Πέρασε τα χωριά της πρώτης κοιλάδας, τους μικρούς συνοικισμούς και τις πολιτείες της μικρής λίμνης. Τα βράδια ξεκουραζόταν έχοντας για προσκέφαλό του το μεγάλο σακούλι του και για σκεπή του το έναστρο πέπλο τ'ουρανού. 
Μετά από μήνες περιπλανήσεων έφτασε στις πάνω λίμνες. Το βλέμμα του από μακρυά είδε την μικρή καλύβα του σοφού που του είχαν δείξει οι γονείς του. Προχώρησε με σταθερό βήμα γεμάτος περιέργεια και προσμονή. Τον είδε από μακρυά να σκάβει τον μικρό του κήπο. 
- Καλημέρα σας.
- Καλημέρα και σε σένα, παλικάρι μου. Από πού έρχεσαι;
- Από μακρυά. Από ένα ψηλό καταπράσινο βουνό, μήνες μακρυά από δω.
- Και πού πηγαίνεις;
- Να γνωρίσω τον κόσμο. Να δω καινούρια μέρη και ανθρώπους διαφορετικούς.
- Ώστε διάλεξες να περιπλανηθείς,ε; Πρόσεχε, όμως, παιδί μου. Ο κόσμος είναι ωραίος, αλλά κρύβει και κινδύνους.
- Θα προσέχω γέροντα. Θα ζήσω τη ζωή μου με προσοχή.
- Η ζωή σου, παιδί μου, είναι σαν το σακούλι που κρατάς. Θα το γεμίζεις συνεχώς με πράγματα... Φρόντιζε να το γεμίζεις με καλά, όμορφα πράγματα. Κι αν τύχει και φορτωθείς βρώμικα, άσχημα, μην απελπιστείς. Αγωνίσου να τα ξεφορτωθείς. 
"Αγωνίσου να τα ξεφορτωθείς" είπε ξανά από μέσα του το παλικάρι για να το θυμάται. 
-Σ'ευχαριστώ, γέροντα. Πρέπει να πηγαίνω.
- Στο καλό! Ώρα καλή!
Και συνέχισε το ταξίδι της ζωής του το παλικάρι γεμάτο εμπειρίες και συμβουλές και όρεξη για ζωή. 

Τρίτη 13 Νοεμβρίου 2012

Αγάπη, αγάπη, αγάπη!

Έψαχνα αυτό τον καιρό ένα σημείο που να λέει το πώς πρέπει να συμπεριφερόμαστε στους άλλους και πώς να τους αντιμετωπίζουμε. Βρήκα στον αγαπημένο γέροντα Πορφύριο ένα μικρό μα τόσο μεστό σημείο:
"Ό,τι κάνουμε (προσευχή, συμβουλή, υπόδειξη), να το κάνουμε με αγάπη. Χωρίς την αγάπη η προσευχή δεν ωφελεί, η συμβουλή πληγώνει, η υπόδειξη βλάπτει και καταστρέφει τον άλλον που αισθάνεται αν τον αγαπάμε ή δεν τον αγαπάμε και αντιδρά αναλόγως. Αγάπη, αγάπη, αγάπη! Η αγάπη στον αδερφό μας προετοιμάζει ν'αγαπήσουμε περισσότερο το Χριστό. Ωραίο δεν είναι";

Δευτέρα 12 Νοεμβρίου 2012

Αν μοιάζαμε στο κεράκι μας...

Προχτές είχα πάει σ'ένα πολύ μικρό, ταπεινό εκκλησάκι να προσκυνήσω. Στο κέντρο της πόλης, μα σχεδόν αόρατο. Αθέατο. Πολύ μ'αρέσουν κάτι τέτοια εκκλησάκια. Προσκύνησα τις εικόνες, άναψα δυο κεράκια και αφέθηκα στη δίνη της εύλαλης σιωπής...

Κεράκι...

Το θυμάσαι το κεράκι που άναψες κι εσύ κάποτε; Δε σβήνει αμέσως... Θα συνεχίσει εκεί να λιώνει, να καίει σαν προσευχή... Κι εσύ, λοιπόν; Θυμάσαι; Προσευχήθηκες; Ή με το που βγήκες απ'το ναό αποξεχάστηκες σε μέριμνες; Αυτές είναι περαστικές... Να το θυμάσαι... Και να μου το θυμίζεις....

Αυτή η στιγμή που άναψες το κεράκι, αν τη συνδύασες με προσευχή, είναι μια στιγμή που μένει. Που δε χάνεται στην ολοκληρωτική ασυνέπεια της καθημερινότητας. Ο Θεός δεν έχει ανάγκη απ'τα κεριά μας, αλλά εμείς απ'τη γλύκα της παρουσίας του. Ας  προσπαθούμε να θέλουμε να ζούμε με ζωντάνια και με φλόγα. Που αυτή η φλόγα να γίνεται τρόπος ζωής...

Πόσο ωραίο θα'ταν αν μοιάζαμε στο κεράκι μας... 

Παρασκευή 9 Νοεμβρίου 2012

Αυτή την υπέρλογη τρέλα...

...Επειδή χάνεις τόσα πολλά! Δε ξέρεις τι χάνεις! Ειλικρινά...

Μου λες ότι δεν πίστευες ότι είμαι τόσο πολύ της εκκλησίας. Και σου είπα ότι δεν είναι αυτό το θέμα. Ο Χριστός είναι παρών. Το θέμα είναι να τον δεις εσύ(υγ.1)! Να τον αγγίξεις εσύ! Να τον βιώσεις, να τον αισθανθείς εσύ! Αυτό είναι το θέμα. Να αφήσεις στην άκρη όποιες προκαταλήψεις, εμμονές, ψεύτικες ιδέες έχεις ακούσει και να ξεκινήσεις απ'την αρχή. Να χτίσεις προσωπική σχέση με το Θεό. Εσύ και ο Θεός σου! 

Ο χριστιανός ο αληθινός ζει εκρηκτικά τη ζωή του. Την ελπίδα του, τη μετάνοια και τη καθημερινότητά του. Ζει εκρηκτικά, δυναμικά την αγάπη. Ξέρεις γιατί; Γιατί είναι ερωτικό πλάσμα. Ποιητικό πλάσμα. Ο χριστιανός δεν είναι ο ανέραστος κακομοίρης. Αλλά ένα πλάσμα γεμάτο δύναμη ψυχής που την αντλεί απ'την διαρκή προσπάθεια καθαρής σχέσης με το Θεό. Έχεις ακούσει τη φράση θείος έρως; Ε, αυτό ακριβώς είναι! Αυτή η φλόγα. Αυτό το "τρελό", υπέρλογο βίωμα...

Λόγια μπορείς να λες και να σου λέω... Αλλά το θέμα είναι ο καθένας μας προσωπικά να τα ζήσει! Να αναζητήσει. Να ψάξει. Να προσευχηθεί. Να κάνει αγώνα...


υγ1: ("έρχου και ίδε" που λέει στο ευαγγέλιο)
υγ2: πάτα στις λέξεις με το μπλε χρώμα

Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 2012

Οδ.Ελύτης -Του Αιγαίου

Σήμερα, η αόρατη γωνιά φιλοξενεί τον Οδυσσέα Ελύτη. 
Ένα απ'τα αγαπημένα μου ποιήματα. Λέγεται "Του Αιγαίου" και ανήκει χρονολογικά στη συλλογή "Προσανατολισμοί" (1940).

Ο έρωτας
Το αρχιπέλαγος
Κι η πρώρα των αφρών του
Κι οι γλάροι των ονείρων του
Στο πιο ψηλό κατάρτι του ο ναύτης ανεμίζει
Ένα τραγούδι
Ο έρωτας
Το τραγούδι του
Κι οι ορίζοντες του ταξιδιού του
Κι η ηχώ της νοσταλγίας του
Στον πιο βρεμένο βράχο της η αρραβωνιαστικιά προσμένει
Ένα καράβι
 
Ο έρωτας
Το καράβι του
Κι η αμεριμνησία των μελτεμιών του
Κι ο φλόκος της ελπίδας του
Στον πιο ελαφρό κυματισμό του ένα νησί λικνίζει
Τον ερχομό.
 
 
                                      II
 
Παιχνίδια τα νερά
Στα σκιερά περάσματα
Λένε με τα φιλιά τους την αυγή
Που αρχίζει
Ορίζοντας -
 
Και τ' αγριοπερίστερα ήχο
Δονούνε στη σπηλιά τους
Ξύπνημα γαλανό μες στην πηγή
Της μέρας
Ήλιος -
 
Δίνει ο μαΐστρος το πανί
Στη θάλασσα
Τα χάδια των μαλλιών
Στην ξεγνοιασιά του ονείρου του
Δροσιά-
Κύμα στο φως
Ξαναγεννάει τα μάτια
Όπου η Ζωή αρμενίζει προς
Τ' αγνάντεμα
Ζωή -
 
                                   III
Φλοίσβος φιλί στη χαϊδεμένη του άμμο - Έρωτας
Τη γαλανή του ελευθερία ο γλάρος
Δίνει στον ορίζοντα
Κύματα φεύγουν έρχονται
Αφρισμένη απόκριση στ' αυτιά των κοχυλιών
Ποιος πήρε την ολόξανθη και την ηλιοκαμένη;
Ο μπάτης με το διάφανό του φύσημα
Γέρνει πανί του ονείρου
Μακριά
Έρωτας την υπόσχεσή του μουρμουρίζει - Φλοίσβος.

Τετάρτη 7 Νοεμβρίου 2012

Η μοναξιά της Ελπίδας

- Καληνύχτα, Ελπίδα!
- Καλό βράδυ. Τα λέμε αύριο.
Έκλεισε την πόρτα του μπαρ πίσω της και ξεκίνησε για το σπίτι της. Από τότε που χώρισε με τον Κώστα έπρεπε να δεχτεί και να χωνέψει ότι θα επέστρεφε σπίτι με τα πόδια μετά τη δουλειά. Δουλειά... Τι δουλειά δηλαδή... Να πηγαινοφέρνει καφέδες και ποτά, να καθαρίζει τραπέζια και πάγκους. Δεν τη γέμιζε η δουλειά της. Τα ίδια και τα ίδια. Τουλάχιστον είχε κάποιο έσοδο...
Προχωρούσε αργά και το βλέμμα της ταξίδευε ως την άκρη του ορίζοντα. Κάπου, λίγο θαμπά, άρχιζαν να αχνοφαίνονται κάποια αστέρια. "Αχ, αυτό το νέφος" σκέφτηκε. "Δε βλέπεις σχεδόν τίποτα". Λίγο τα ξεχασμένα της όνειρα, λίγο το νέφος, λίγο η πίεση της δουλειάς κούραζαν την ευαίσθητη καρδιά της Ελπίδας. Γύρω της, παρέες με χαμόγελα πήγαιναν να διασκεδάσουν ντυμένοι στην τρίχα.
Ασυναίσθητα έβαλε το δεξί της χέρι στην τσέπη της καινούριας ροζ ζακέτας της. Ψηλαφητά βρήκε το κινητό της. Κλήση καμία. Δεν τη θυμήθηκε κανείς. Η ώρα 21:42. Σ'ένα προάστιο της Αθήνας. Η Ελπίδα αισθάνθηκε ακόμα πιο μόνη. Έσφιξε με το αριστερό της χέρι πιο δυνατά την τσάντα της και προχώρησε...
Από μικρό κοριτσάκι αποζητούσε τις παρέες. Της άρεσε να ανήκει κάπου, να είναι αποδεκτή. Να γελάει και να περνάει καλά. Είχε και όνειρα γεμάτα χρώματα. Τα πιο λαμπερά, τα πιο σπάνιας ομορφιάς χρώματα είχαν τα όνειρά της. Μα λίγο οι ατυχίες, λίγο η οικονομική κρίση την ανάγκασαν να τα κλειδώσει σ'ένα μπαούλο θαμπό. Σαν τον σημερινό ουρανό. Ποιος ξέρει αν ακόμα ήταν εκεί... Τα'χε λησμονήσει με τον καιρό, τα ακίνητα πλέον όνειρά της...
Ο χωρισμός με τον Κώστα πλημμύρισε με δάκρυα την ψυχή της. Λάσπωσαν οι προσδοκίες της. Δεν είχε φίλους να τα πει η Ελπίδα. Μόνο μερικές γνωστές απ'τη σχολή της που τηλεφωνιόντουσαν για τα χρόνια πολλά. Μέχρι εκεί... Μα ένιωθε τα δάκρυα να την πνίγουν. Όταν θέλεις κάτι πάρα πολύ, τότε ματώνεις ψάχνοντας να το βρεις. Και η Ελπίδα ακόμα έψαχνε, μα ένιωθε ήδη ματωμένη...
Η ώρα πέρασε. 22:13 έλεγε το κινητό της, όταν άνοιξε την πόρτα στο διαμέρισμά της. Ανάσανε βιαστικά. Ο αέρας μέσα μύριζε ανασφάλεια. Εκείνο, το ασαφές συναίσθημα της ανακατωμένης ψυχής. Έκλεισε την πόρτα αφήνοντας την τσάντα της στο καφέ πάσο. Στο δεξί της χέρι ακόμη σφιχτοκρατούσε το κινητό. Σα να προσπαθούσε να μη χάσει την κλήση. Την κλήση που θα'δινε τέλος στην ανυπόφορη μοναξιά της.
Αγκάλιασε ένα μαξιλάρι και κάθισε στον καναπέ. Πήγε ν'ανοίξει την τηλεόραση μα το τηλεχειριστήριο ήταν μακρυά. Ξάπλωσε αργά και αφέθηκε να κοιτάζει ακίνητη το ταβάνι. Μετά από λίγες στιγμές απόλυτης κενότητας σηκώθηκε απότομα. Διψούσε για μια στοργική κουβέντα, για λίγη αγάπη! Το εσωτερικό κενό δεν αντέχεται...
Ξαναφόρεσε τη ροζ ζακέτα της και, παίρνοντας βιαστικά μονάχα τα κλειδιά της, βγήκε έξω. Δεν ήξερε πού πήγαινε. Απλά ήθελε να περπατήσει. Να δουν τα μάτια της λίγη κίνηση. Ανθρώπους που τα βλέμματά τους θα συναντιούνταν. Έστω και για μια στιγμή.Αυτή η φευγαλέα συνάντηση των ματιών, της θύμιζε τη σχέση της, τα κλειδωμένα της όνειρα, την αγάπη που ικετευτικά αναζητούσε.
"Να μη μείνεις μόνη. Βγες και περπάτα. Εμένα με βοηθάει ακόμα και το να βλέπω την κίνηση στους δρόμους" της είχε εκμυστηριευτεί κάποτε ένας φίλος. Αυτό έκανε τώρα. Περπατούσε, πεινασμένη από αγάπη μη αντέχοντας το εσωτερικό της κενό. Περπάτησε τόσο που προσπέρασε τα όρια της συνοικίας της. Πλέον δεν ήξερε πού βρισκόταν. Απλά περπατούσε...
Σε κάποια στιγμή έφτασε έξω από μια εκκλησία. Μικρή, πέτρινη με μεγάλο, περιποιημένο προαύλιο. Είδε κάποιους ανθρώπους που έμπαιναν. Κάποιοι απ'αυτούς νέοι. "Καλά, τι σχέση έχουν αυτοί με σένα;" είπε από μέσα της απευθυνόμενη στο Θεό θυμωμένα. Όμως, δεν είχε τίποτε άλλο να κάνει και η έμφυτη περιέργειά της την έσπρωχνε προς την όμορφη, πέτρινη πύλη της εκκλησίας που την τραβούσε μαγνητισμένα.
Μπήκε μέσα, άναψε από συνήθεια ένα κερί και αφέθηκε σα μαγεμένη να κοιτάει. Σχεδόν χωρίς φώτα, μόνο με τα καντηλάκια και το φως των κεριών η ατμόσφαιρα. Οι άγιοι στις τοιχογραφίες τις παλιές έδειχναν να την κοιτούν. Κοίταζε και κείνη. Η μυρωδιά ευωδιαστού θυμιάματος -τη θυμόταν από τότε που, μικρό κοριτσάκι ακόμα, πήγαινε με τη γιαγιά της στους εσπερινούς- γέμισε τα μοναχικά της πνευμόνια κι απότομα έδιωξε το κενό μέσα της.
Προχώρησε στ'αριστερά ακούγοντας τους ψάλτες να λένε κάτι ακαταλαβίστικους ύμνους. Όμως, σιγά-σιγά άρχισε να αισθάνεται άνετα. Οικεία. Μπροστά της και δίπλα της όρθιες πεντέξη κοπέλες με κομποσκοίνια περίεργα. Είχε συνηθίσει η Ελπίδα εκείνα τα φανταχτερά κομποσκοίνια που τα φόραγες στο χέρι για καλή τύχη. Όμως, εκείνα τα κομποσκοίνια που έβλεπε τώρα ήταν μαύρα και λίγο πιο μεγάλα.
Αν είχε το κινητό της μαζί, θα'βλεπε πως η ώρα ήταν περίπου 23:55. Σε λίγο θα χτυπούσε το παλιό, χειροποίητο, μεγαλόπρεπο ρολόι της εκκλησίας σημαίνοντας μεσάνυχτα. Στην καρδιά της Ελπίδας άρχισε μυστικά κάτι να σκιρτάει χαρούμενα. "Άρα, υπάρχεις; Κι όλοι αυτοί εδώ; Πιστεύουν στ'αλήθεια;" είπε από μέσα της.... Κι αυτά τα λόγια βγήκαν όχι σαν απορία μα σαν προσευχή. Κι όλο και κάτι γλύκαινε την ψυχή της. Κι όλο και ήθελε να Του μιλάει. Έβλεπε και την Παναγία στην εικόνα στο βάθος μπροστά  κι όλο της μιλούσε με την καρδιά της. Μιλούσε και ρωτούσε και ζητούσε. Λόγια ειλικρινά, βαθιά που ανασύρονταν απ'το πληγωμένο βάθος της (...)...
Την ίδια εβδομάδα τα βήματά της την οδήγησαν ξανά σ'εκείνη την πέτρινη εκκλησία. Εξομολογήθηκε. Ένα ανομολόγητο βάρος ένιωσε να φεύγει από πάνω της. Η μοναξιά της ήταν πλέον οριστικά παρελθόν. Οι συγκυρίες τα'φεραν έτσι που γνώρισε εκεί και τον μεγάλο έρωτα της ζωής της. Πώς; Αυτό είναι μια εντελώς τρελή ιστορία! Άλλη φορά θα σας τη διηγηθώ...


Αυτή ήταν η αληθινή ιστορία μιας Ελπίδας. Που -άγνωστο το γιατί- βρήκε την ελπίδα μέσα στη μεγαλύτερη δυσκολία της μέχρι τότε ζωή της. Απ'τον πάτο της απόγνωσής της ανέβηκε με μοναδικά θεϊκό τρόπο στην αγάπη Του. Στην Αγάπη. Η καρδιά της γεύτηκε. Γέμισε εμπειρίες και βιώματα. Ποτέ ξανά δεν αισθάνθηκε μοναξιά...

Τρίτη 6 Νοεμβρίου 2012

Φοβάμαι



Φοβάμαι 
μη κλειστώ στις ιδέες μου πεισματικά και αυτές με φυλακίσουν.

Φοβάμαι 
μη γίνει ο λόγος μου πατημένο χορτάρι της μοναξιάς.

Φοβάμαι 
μήπως η φωτιά της απονιάς κάψει το δάσος της καρδιάς μου.

Φοβάμαι 
μήπως η ζωή μου γίνει αφορμή να χαθούν ψυχές.


Φοβάμαι 
μη μιλήσω τόσο πολύ που στο τέλος να μη μ'ακούει κανείς.

Δευτέρα 5 Νοεμβρίου 2012

Τ'αστέρι το πιο ξεχωριστό


Για όλους τους ανθρώπους τ'αστέρια δεν είναι τα ίδια. Για κείνους που ταξιδεύουν, τ' αστέρια είναι οδηγοί. Για κάποιους άλλους δεν είναι παρά μικρά φωτάκια. Για άλλους, τους σοφούς, είναι προβλήματα. Για τον επιχειρηματία μου, ήταν χρυσάφι. Όμως, όλα αυτά τ' αστέρια σωπαίνουν. Εσύ, θα έχεις τ'αστέρια που κανείς άλλος δεν τα έχει ... 
- Τι θες να πεις;
'Οταν θα κοιτάζεις τον ουρανό τη νύχτα, αφού εγώ θα μένω σ' ένα απ' αυτά, αφού θα γελάω σ' ένα απ' αυτά, τότε για σένα θα είναι σαν να γελούν όλα τ' αστέρια. Εσύ θα'χεις αστέρια που ξέρουν να γελάνε!
Και γέλασε πάλι.
- Κι όταν θα 'χεις παρηγορηθεί (πάντα έρχεται η παρηγοριά), θα χαίρεσαι που με γώρισες.
Θα είσαι πάντα ο φίλος μου. Θα έχεις όρεξη να γελάσεις μαζί μου. Και θ' ανοίγεις καμιά φορά το παράθυρο, έτσι, για την ευχαρίστηση... Και οι φίλοι σου θα σε κοιτάζουν κατάπληκτοι να γελάς, κοιτάζοντας τον ουρανό. Τότε, εσύ θα τους λες: «Ναι, τ' αστέρια με κάνουν πάντα να γελώ!» και θα σε παίρνουν για τρελό. Θα είναι το αστείο που θα σου έχω σκαρώσει ... Και γέλασε ξανά... 

(απόσπασμα απ'τον "Μικρό πρίγκιπα" του Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ)

[αναδημοσίευση από την ανάρτησή μας, της 25ης Μαΐου 2012]

Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2012

Περίπλους του Άθω

παιδική χορωδία τραγουδάει το τραγούδι "Περίπλους του Άθω" (του Χρήστου Τσιαμούλη) με φωτογραφικό υλικό απ'το περιβόλι της Παναγιάς

Παρασκευή 2 Νοεμβρίου 2012

Τη λέξη "μοίρα"


Τη λέξη "μοίρα" τη χρησιμοποιούν άνθρωποι που έχουν ξεχάσει ποιοι πραγματικά είναι. Που έχουν ξεχάσει τα όνειρά τους. Κι εσύ; Κάποτε είχες όνειρα... Τα θυμάσαι; 

Νεκρός δεν είναι αυτός που δε ζει, αλλά αυτός που μισο-ζει εγκλωβισμένος στα σύνορα της καθημερινότητας. 

Πέμπτη 1 Νοεμβρίου 2012

Εκείνες οι μικρούλες στιγμές



Ψάξε να βρεις λίγο ησυχία,
κάπου να ξαποστάσει η ψυχή σου.


Όσο και να τρέχεις,
οι δουλειές ποτέ δε τελειώνουν...


Μα ο χρόνος σου κυλάει. Τόσο γρήγορα και αθόρυβα. Τόσο παγερά.


Τι θα μείνει στο τέλος; 
Οι στιγμές που έκανες το καλό. Εκείνες οι μικρούλες στιγμές που χόρτασε η ψυχή σου Χάρη...