Disable_right_click


Τετάρτη 30 Δεκεμβρίου 2015

Της νύχτας σκέψεις

Δεν είμαι τέλειος. Μάλλον είμαι το ακριβώς αντιθετο. Είμαι χώμα, είμαι σκουπίδι, είμαι γεμάτος πάθη, αμαρτίες. Τα λαθη μου χαρακτηρίζουν τις κινήσεις μου.

Δεν επιθυμω να φαινομαι ο τέλειος, ο αλανθαστος. Δε με νοιαζει. Βαρεθηκα τις μάσκες. Είμαι αυτός που είμαι. Μα δε σταματω εκεί. Ενιωσα τη ζεστασιά της αγάπης Του. Αισθάνθηκα βαθιά μέσα μου τι σημαίνει να λουζεσαι στο Φως.

Γι'αυτο κι έχω -σα θησαυρό- κάτι που γεννήθηκε μέσα μου στις πιο εμπονες, τις πιο δύσκολες και σκληρές στιγμές: την ελπίδα. Την ελπίδα πως Εκείνος ήρθε για μένα. Για μένα και για όλες τις μπερδεμένες και ταλαιπωρημένες ψυχές.

Γι'αυτό, σου λέω με αγάπη πολλή: ό,τι κι αν σε βαραίνει, ο,τιδήποτε κι αν σε πληγώνει, δώσ'το σε Εκείνον. Κάν'το προσευχής δάκρυ. Κι Εκείνος θα αγκαλιάσει την τσαλακωμενη καρδιά σου. Χωρίς προΰποθεσεις. Βαλε την καρδια σου στα φτερα της μετανοιας. Κι αφέσου. Αφέσου στην ατέλειωτη, τρελή, υπερλογη αγκαλιά Του. Και θα δεις πως όλα θα γίνουν καινούρια.
Καλό ξημέρωμα.

Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2015

Μια νύχτα μετά

Κάπου ανάμεσα στις εορταστικές βόλτες, στα πολύχρωμα στολίδια και στα χριστουγεννιάτικα δέντρα με τα φωτάκια που αναβοσβήνουν, σταματώ για λίγο. Κοιτάζω πίσω μου. Από το πρωί μέχρι τώρα έζησα τόσες στιγμές. Τόσες ανάσες. Τόσα χνάρια απ'τα βήματα της καρδιάς.

Τα βήματα πίσω μου δείχνουν πως ξεκίνησα σήμερα τη μέρα μου απ'τη Φάτνη. Έκανα σίγουρα το "καθήκον" μου σαν τυπικός, "καλός χριστιανός". Μα, μήπως δεν πήρα μυρωδιά απ'το Μυστήριο που έγινε; Αναρωτιέμαι... 

Ήρθε στον κόσμο μας. Στ'αλήθεια ήρθε. Για μας ήρθε. Να μας συναντήσει, να μας δώσει εκείνο που σ'όλη μας τη ζωή αναζητούμε: την ευτυχία. Αυτή την τόσο παρεξηγημένη λέξη. Ήρθε για όσους Τον πιστεύουν και για όσους τον αρνούνται. Ήρθε για να σπάσει τη μιζέρια μας, τη σκληράδα της καρδιάς μας. Η αγκαλιά Του δεν αρνήθηκε ποτέ κανέναν.

Χριστέ, ήρθες και μάλλον δεν σε κατάλαβα. Είμαι τόσο απασχολημένος με το τι θα κάνω μετά. Οι έγνοιες μου, τα προβλήματά μου είναι ο κόσμος μου. Δυστυχώς είμαι αποκλεισμένος στον εαυτό μου. 

Χριστέ μου, ήρθες μέσα στην απέραντη σιωπή στον κόσμο μας. Στον κόσμο μου. Και δυσκολεύομαι να σε ακούσω γιατί έχω μάθει να φωνάζω.

Μάθε με, Χριστέ μου, να σιωπώ. Και μέσα στη σιωπή να ψάχνω το γλυκό Σου Φως. Ούτως ή άλλως, ένα πράγμα ζήτησες: να σου δώσω τις αμαρτίες μου, τα σκοτάδια μου.

Στέκομαι κι απόψε, μια νύχτα μετά την Γέννησή Σου, ανάμεσα στη λογική και στο υπέρλογο. Ανάμεσα στη συνήθεια και στην αλήθεια. Ανάμεσα στη ψευτοζωή και στις ανάσες που ευωδιάζουν γλύκα. 

Δείξε μου, το Φως Σου. Σε παρακαλώ με όση δύναμη έχει η παγωμένη μου καρδιά. Δείξε μου τον αληθινό δρόμο προς την αγάπη.

υγ: Χρόνια πολλά, αδέρφια μου! Και σας ευχαριστώ ΠΟΛΥ για τα σχόλια, τις ευχές και τα mail που μου στέλνετε. Τι να πω... Με έχετε κατασυγκινήσει.
υγ2: Φωτογραφία από εδώ

Παρασκευή 11 Δεκεμβρίου 2015

Γι'αυτή τη γλυκιά, την πιο γλυκιά αγκαλιά του κόσμου

ίσως κάθε ευκολία και κάθε δυσκολία σε καθενός το ταξίδι
αναπαύει και δοκιμάζει τις επιλογές μας

  Σκέφτομαι πως, ναι, η καρδιά ίσως είναι ο φάρος του μέσα μας κόσμου και η ψυχή τα φτερά της ύπαρξής μας. Κι όσες φορές κι αν πέσουμε, κι αν ακόμη συντριβούμε, άλλες τόσες φορές γίνεται να ξανασηκωθούμε. Και ν'αρχίσουμε και πάλι να προσπαθούμε με ελπίδα. Ελπίδα όχι συναισθηματικής αυθυποβολής ούτε χαζοχαρούμενα λογάκια. Αλλά βιωματικής, εσωτερικής πίστης πως Εκείνος είναι πάντα παρών. 

  Λένε πως ό,τι δε σε σκοτώνει, σε κάνει πιο δυνατό. Ισχύει. Αλλά με μια θεμελιώδη προϋπόθεση: να διαχειριστείς σωστά κι ωφέλιμα τον πόνο. Γιατί δε σώζει ο κάθε πόνος. Κι όπως λέει κ ο π.Βαρνάβας Γιάγκου: "Σωστή διαχείριση (σσ: του πόνου) γίνεται όταν παύουν να υπάρχουν ανθρώπινες ελπίδες".

  Θυμάμαι μια ψυχή στο Αχέπα (ένας γλυκός παππούς 70κάτι χρόνων) που ολόκληρο το σώμα του ήταν ένα κουρέλι απ'τον πόνο. Είχε εξαπλωθεί παντού ο καρκίνος: ζωτικά όργανα, κόκκαλα, παντού. Κι όμως, αντί να του δίνουμε εμείς ελπίδα, μας έδινε εκείνος. Τρελό κι απίστευτο. Φεύγαμε με μια ελπίδα στην καρδιά. Το χαμόγελό του ήταν γνήσιο, αληθινό. Σε άγγιζε στα τρίσβαθά σου. Τα μάτια του τα έβλεπες να γελούν κι αυτά. Κάτι τέτοια πράγματα είναι το λιγότερο τρελά. Ή μάλλον υπέρλογα. Ξεπερνούν τη λογική μας. Και γι'αυτό βιώνονται πιο καλά όταν δε λέγονται... Ίσως πάλι να κάνω και λάθος. 

  Είναι, νομίζω, αυτή ακριβώς η εγκατάλειψη του 'εγώ', η αισιόδοξη απελπισία, που δίνει τα φτερά στην ψυχή και το φως στην καρδιά. Μα δε γίνονται αυτόματα αυτά. Δεν είναι θέμα αγοραπωλησίας. Άμα δε ζητήσεις την αγάπη Του, άμα δε προσπαθήσεις, πώς θα'ρθει η γλύκα Του μέσα σου; Θέλει να το θες, να το ποθείς, να Τον κυνηγάς, να Τον αναζητάς έστω κι αν έχεις παράπονα. Γιατί η σιγουριά και οι υπολογισμοί δείχνουν μια καρδιά που δε θέλει στ'αλήθεια να ρισκάρει. Σαν τον έρωτα είναι και η σχέση μαζί Του. Είναι σχέση, ναι! Θέλει να τα ρισκάρεις όλα. Τα πάντα. Να σβήνεις τις ανέσεις της ψευτοζωής. Να σβήνεις -όχι 'σβήσεις'.  Όχι μια φορά και τέρμα. Είναι αδιάκοπη η φλόγα. Είναι συνεχόμενος ο αγώνας. Δεν έχει όρια ο έρωτας, η αγάπη, η προσευχή. Δεν έχει πέρας η μετάνοια ούτε η συγχωρητικότητα. Είναι όλα μια μεγάλη, μια ατέλειωτη, στοργική αγκαλιά. 
υγ: Το δίστιχο στην αρχή είναι από αυτό εδώ το blog.
υγ2: Τα λόγια του π.Βαρνάβα (καθώς κι η φράση 'αισιόδοξη απελπισία') εμπεριέχονται στο βιβλίο του "Αμαρτωλών Εκκλησία"
υγ3: Artwork by J.Bessette

Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2015

Το αλμυρό μονοπάτι. (Του Δεκέμβρη ιστορία θαλασσινή)

O άνθρωπος ανακαλύπτει τον εαυτό του
όταν αναμετριέται μ'αυτό που του αντιστέκεται.

  Μύριζε θάλασσα εσπερινή η ματιά του γερο-καπετάνιου. Και την καρδιά του διαφέντευε το αδάμαστό της αλμυρό γαλάζιο. Αυτό ήταν το λύτρο της εξαγοράς για την αφοβιά του γέρου. Χρόνια τώρα η ρυτιδιασμένη τράτα του γλιστρούσε πάνω στο ναρκωμενο πέλαγος. Πάλευε με τα στοιχειά της νυχτερινής φύσης, απολάμβανε τη μοναξιά της περιπλάνησης και την περιπλάνηση της μοναξιάς. Αντί για φτερά, η ύπαρξή του είχε το άγρυπνο βλέμμα του Άη Νικόλα. Αυτός ήταν ο προστάτης του κάθε θαλασσοδαρμένου ναυτικού.

  Έκανε να ψιθυρίσει μια προσευχη, μα τον φιμωσε ο βήχας. Βήχας ξερός, απομεινάρι της θυμησης του Δεκέμβρη. Κρύος, ξερός ήταν αυτός ο Δεκέμβρης. Γέμιζε τις βάρκες με ανησυχία, πάγωνε τις καρδιές που δεν άντεχαν τους αποχαιρετισμούς. Το θυμόταν ο γέρος. Θυμόταν τα μάτια της αγαπημενης του να υγραίνονται, να γίνονται βροχή. Όσες φορές κι αν τη φίλησε, τα χρόνια δεν εσβηναν, δε μαλακωναν τη θλίψη του αποχωρισμού. Σκληρό πράμα οι αποχαιρετισμοί. Δε συνηθίζονται γιατί δε χωράνε σε στιγμές. Είναι, θαρρείς, εκτός του κόσμου αυτού.
...

  Ειχε κατι απροσμενα τραβηχτικό η θαλασσα αποψε. Η μυρωμενη της αλμυρη ανασα κάλυπτε περιτεχνα τη σιωπη του σκοτεινου βυθου της. Ωρα να πηγαινει. Κι η ανεμότρατα σήκωσε πανιά. Ο μπάτης γυρόφερνε περιδιαβαίνοντας τις εξώπορτες των χαμόσπιτων χωρίς όμως να περνά τις ταπεινές εισόδους. Και πισω, στο βαθος του ορίζοντα, αχνοφαινονται οι πέτρινες σιλουέτες των σπιτιών, ασαλευτοι μάρτυρες των ακριβοθώρητων στιγμών της μικρής παραθαλάσσιας πολιτείας.

  Έσφιξε στην τσέπη του το μικρό, ξεθωριασμένο εικονάκι του Άη Νικόλα. Το κουβαλούσε εσώκαρδα πάντα. Η καρδιά του στήλωσε το βλέμμα της στο υδάτινο μονοπάτι εμπρός του. Οι δρόμοι, οι δρόμοι της θαλασσας είναι μεγάλοι. Είναι το βελουδινο συνορο του ονείρου. Κι από κει ξεμυτιζει κάθε πρωί ενεργητικός στο ταξίδι του ο ήλιος. Αυτός που δίνει ζωή. Ακούς; Ζωή...
υγ: Άτεχνη απόπειρα γραφής με φόντο νοητό τον σπουδαίο άγιο προστάτη των εραστών της θάλασσας, άγιο Νικόλαο. 
υγ2: Το δίστιχο στην αρχή είναι του Antoine De Saint-Exupery. Απ'το βιβλίο "Η γη των ανθρώπων", εκδ. Ζαχαρόπουλος σε μετάφραση του Νίκου Αθανασιάδη.
υγ3: Καλό Δεκέμβρη, αδέρφια. Ξεχωριστό ευχαριστώ για τα σχόλια, τα mail σας και τις ευχές σας τις καρδιακές. 

Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2015

Μεσάνυχτα.

  Μου'πες πως ο πόνος σου είναι ολόκληρη θάλασσα γεμάτη τρικυμίες. Και με δυσκολία τα φέρνεις  βόλτα. Φίλε, αχ και να'ξερες. Ο καθένας μας έχει τα δικά του κύματα να αντιπαλέψει. Κάθε ζευγάρι μάτια έχει και μια τρικυμιά. 

  Μα ξέρεις κάτι; Μη φοβηθείς να μου πεις τον πόνο σου. Θα σου πω και γω τον δικό μου. Ας ενωθούν οι θάλασσες μας. Δεν πρόκειται να τρομάξουμε απ'τα κύματα. Θα αγωνιστούμε να σταθούμε στη σχεδία και να παλέψουμε τους άνεμους παρέα. 

  Και θα'ρθει. Θα'ρθει η γλυκιά εκείνη στιγμή που ο άνεμος θα κοπάσει. Η θάλασσα, οι θάλασσές μας θα γαληνέψουν και τον άγριο, αδυσώπητο άνεμο θα ακολουθήσει ένα γλυκό αεράκι φωτεινό. Πνοή αύρας λεπτής. Ευλογημένος ήλιος που θα στεγνώσει τις πηγές των δακρύων και θα φωτίσει την μισοπνιγμένη απ'την υπερπροσπάθεια καρδιά. 

  Το ξέρω. Το ξέρεις και συ. Το'χεις ξαναζήσει. Το βίωμα δεν ξεχνιέται. Μένει ζεστό κι ανεξίτηλο στα φυλλοκάρδια των αναμνήσεων. Η προσευχή, φίλε, δεν έχει όρια. Το ιδιο και ο αγωνας. Το ιδιο κι η Αγαπη Του. Ποτέ. Ποτέ δεν μας αφηνει. Οσο μονοι μας κι αν δειχνουν οι ανασες μας πως ειμαστε. Αρκει να δωσουμε μια γροθια στου εγωισμουμας τα βαρη. Να τα πεταξουμε στη θαλασσα. 

  Κι ολα γινονται φως κι ελπιδα ξανα. Παρεα μ'Εκεινον (που πονεσε πιο πολυ κι απ'όλους εμας μαζι), η ζωη γινεται ευλογια. Χαρα που γεμιζει σαν αγαπημενη μελωδια το δωματιο. Γι'αυτο κι οταν οι αγιοι χαμογελουσαν, ολος ο Παραδεισος αντιφεγγιζε στο ιλαρο, παρακλητικο βλεμμα τους. 

  Ειμαστε εδω. Και παλευουμε. Και προσευχομαστε. Παρεα. Μια μεγαλη παρεα σε ολη τη γη.  Καλη σου νυχτα, οπου κι αν εισαι.

Παρασκευή 20 Νοεμβρίου 2015

Τελικά, μήπως είσαι τα φτερά σου;

  Όταν αγαπάς, δεν περπατάς.
Πετάς και πας.

  Ακοίμητος φρουρός της εξαντλητικής σοβαροφάνειάς μας, ο εγωισμός. Αφήνουμε την εσωτερική μας δίψα για το αυθεντικό και το ωραίο και δινόμαστε ολόκληροι στο εύκολο φτιασίδωμα μιας αυτοπροβολής. Νομίζουμε πως αγαπάμε, πως ενδιαφερόμαστε. Μα, αν ψάξουμε καλύτερα μέσα μας, θα δούμε τον κισσό του ναρκισσισμού μας να σκαρφαλώνει επικίνδυνα στα υψώματα της καρδιάς μας. 

  Η καρδιά μας... Τη μια θέλουμε να ζήσουμε στο απίστευτο και την αμέσως επόμενη στιγμή ριχνόμαστε -μαζί με τις μάσκες που τόσο συνηθίσαμε να φοράμε- ολόκληροι στα λασπόνερα των αδυναμιών μας. Ήρωες και κακοί, αξίες κι ενοχές, κάπου μέσα μας μπερδεύονται.

  Μα έρχεται κάποιο γλυκό πρωινό σαν κι αυτό κι οι σκέψεις ακολουθούν τη σωστή πορεία τους. Ανοίγεις το παραθυρόφυλλο με αργές κινήσεις. Ένα φωτεινό κομμάτι σμαλτωμένου ουρανού διαχυτικά απλώνεται στο δωμάτιο. Και οι ελπίδες ετοιμάζονται ξανά για το πέταγμά τους. Τους φθινοπωρινούς μήνες, το κρύο και η ζέστη μπαινοβγαίνουν κι εναλλάσσονται αδιάκοπα στο δωμάτιό σου. Σαν τους επιβάτες του μετρό.  Το ίδιο και το φως της προσευχής. Στη ζυγαριά του μέσα μας κόσμου κονταροχτυπιούνται σκληρά αντίρροπες δυνάμεις. 

  Κι έτσι, η ζωή συνεχίζεται μαζί με τις ανάσες σου. Η αγάπη αρχίζει ν'ανοίγει ξανά ορίζοντες μέσα σου. Να καθαρίζει απαλά. Να δυναμώνει τα φτερά σου. Και, δειλά-δειλά, μαζί με την ανατολή, τα ξαναδοκιμάζεις. Κοιτάς ψηλά το απέραντο γαλάζιο. Η ματιά σου ήδη γεύεται ουρανό. Είσαι πια έτοιμος. Μια δυνατή απόφαση μέσα στη σιωπή. Μια νέα πτήση μόλις ξεκίνησε.
υγ: Το δίστιχο στην αρχή είναι του Αγ.Γρηγορίου του Παλαμά. Ευχαριστώ πολύ τη Μαρία που το επισήμανε.
υγ2: Η φωτογραφία είναι απ'τη γαλλική ταινία Le ballon rouge, της δεκαετίας του 1960 που είδα πρόσφατα. 

Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2015

Αδέξια ωδή στο πιο δυναμικό ταξίδι

Κι ύστερα, όταν βράδιασε,
άδειασα τα παπούτσια μου
απ'όλους τους δρόμους
κι έπεσα να κοιμηθώ

 Γκρίζες πόρτες που ανοιγοκλείνουν. Χιλιάδες μάτια θολά που μπαινοβγαίνουν σκυφτά. Δε βλέπουν τη θέα. Δε βλέπουν με την καρδιά. Ίσως η καρδιά να'χει γεμίσει καταχνιά. Λυπάμαι. Λυπάμαι σα σκέφτομαι τι χάνουν όλες αυτές οι καρδιές. Που θα μπορουσαν να περπατούν, κρατωντας σφιχτα στα χερια τους τους νυχτερινους χαρτες τ'ουρανου. 

  Και συ συνεχίζεις να περπατάς. Ακολουθείς τα βήματα των υπολοιπων άνευρος, σκυφτός, λιγομίλητος. Οχυρώνεσαι πίσω απ'τις έγνοιες σου. Κρυωνεις. Το περιγραμμα του κορμιου σου μαζευεται κι αυτο. Η ανοιξη μεσα σου ξεθωριασμενη αναμνηση. Αποηχος που σε κανει ν'αναρωτιεσαι αν οι εποχές μέσα σου σταμάτησαν το γαϊτανάκι του κύκλου τους.

  Μα εκεί που φαίνεται πως ολα μαραινονται, επηρεασμένα απ'την θωπεία του γκρίζου, ερχεται -καθυστερημενος εστω- καποια στιγμη ο ηλιος. Πάντα ερχεται. Και οι αχτιδες του, ζεστες, ολοφρεσκες, σε προσκαλουν ν'ανοιξεις τα κλειδωμενα παραθυρα του κοσμου σου. Εχουν κανει δυναμικο ταξιδι. Κι ειναι σα να σου λενε: "Κοίτα πόσο όμορφα κυλούν τα όνειρα πάνω στις ράγες του πρώην ανέφικτου. Κοίτα πόσο δυνατά χτυπά η καρδιά όταν νιώσει αγάπη".

  Και κάπως έτσι το ταξίδι σου γεμίζει ξανά με το νόημα της ελπίδας. Τι ξεχωριστή συγκομιδή! Μπορείς πια να πέσεις για ύπνο με το χαμόγελο στολισμένο οικεία στο φάρο της καρδιάς σου. Κι είναι τόσο όμορφη η ακρογιαλιά σαν την κοιτάζεις από ψηλά.
υγ: Το τετράστιχο στην αρχή είναι απ'το πεζό κείμενο του Τάσου Λειβαδίτη με τίτλο "Εξόφληση" (απ'τη συλλογή των εκδόσεων Κέδρος, τόμος 2ος)

Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2015

Για την πιο γλυκιά αλήθεια του κόσμου

...ιδού, ποιώ τα πάντα καινά

 Μέσα στη νύχτα αναζητάς στιγμές ώστε να'χεις κάτι, κάπως να γεμίζεις του κόσμου σου τ'ανύποπτα. Μέσα στη μερα πασχίζεις για μια ανάσα πίσω απ'του προσωπείου σου την καλοφτιαγμένη βιτρίνα. Τη μια στιγμή αλλάζεις πεζοδρόμια. Την άλλη απλά εύχεσαι να'χες κάποιον να συναντήσεις -τυχαία έστω!- στο ατέλειωτο μονοπάτι σου. 

 Η αλήθεια είναι πως η μοναξιά απλώνει τα αόρατα δίχτυα της μέσα απ'την πληθωρικότητα της κενότητας. Κυνηγάς τη χαρά, μα η δίψα σου γίνεται αχόρταγο πάθος. Ατίθαση, άμυαλη ορμή που σ'οδηγεί κατευθείαν στο γκρεμό με ταχύτητες ασύλληπτες. Και καθώς πέφτεις, αναρωτιέσαι "γιατί έφτασα ως εδώ; Γιατί πέφτω; Γιατί"; Και δεν έχεις κάποιο χέρι να σε πιάσει έστω την τελευταία στιγμή. Η πτώση μοιάζει με σίγουρο πνιγμό. Και χτυπάς με πάταγο στο πέτρινο τέρμα της κατακόρυφης διαδρομής. Και εκεί, μονάχα σκοτάδι. Ακινητοποιείσαι. Δεν έχεις κουράγιο ούτε να φωνάξεις. Ούτε καν να ψιθυρίσεις. 

 Σκέφτεσαι τότε τι είχες. Την ομορφιά που, σαν ευλογία και σαν γλυκιά μουσική, περιτριγύριζε αθέατα και προστατευτικά τη ζωή σου. Μα δεν την εκτιμούσες, διότι η καρδιά σου αιχμαλωτισμένη καθώς ήταν απ'τα πάθη, πίστεψε πως με τις δικές της δυνάμεις μπορεί να κερδίσει κάτι, κάποιον, στον κόσμο όλο. Και η πτώση από εκείνη τη στιγμή διαγραφόταν σαν αυτόματο, νομοτελειακό γεγονός... Κι έτσι, λαβωμένος, το σκοτάδι αρχίζει με παγωμένες κυκλωτικές κινήσεις να σε πνίγει. 

  Όλ'αυτά, μέχρι να θυμηθείς εκείνα τα ολοφώτεινα λόγια: "Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι καγώ αναπαύσω υμάς". Μέχρι να καταλάβεις πως το φως του ήλιου είναι κάτι που στ'αλήθεια μπορείς να το αγγίξεις. Μια στιγμή, ένας χτύπος της καρδιάς, ένα δάκρυ, μια μονάχα μικρούλα στιγμή αρκεί. Μια στιγμή απόφασης ελεύθερης, θέλησης γι'αλλαγή. Σαν το υπερβατικό "ήμαρτον" του ληστή. Και η μυλόπετρα που σου πλάκωνε την καρδιά γίνεται καπνός. Εξαφανίζονται τα σκοτάδια που σε αλυσόδεναν. Κι όλα γίνονται πια καινούρια. Τόσο απλά. Τόσο εκρηκτικά απλά. Τόσο βιωματικά κι αληθινά. Στο τώρα των χτύπων της καρδιάς σου.

υγ: Αφιερωμένο με αγάπη πολλή σ'όσους αγγίξαν τ'όνειρο και τώρα το αναζητούν και πάλι. Ειδικά αφιερωμένο: στο Γιώργο, στη Μαρία, στον Αντώνη, στο Γιώργο. 
υγ2: Με τις φτερούγες των Αγγέλων ν'ανοίγουν διαδρόμους απογείωσης στα αδιέξοδα όλων μας.
υγ3: Ο στίχος στην αρχή απ'το ευαγγελιο.

Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2015

Στο ανεπαναληπτο ταξιδι των ευχων

Τα βλέπεις τ'αστέρια που λάμπουνε κι απόψε;
Η αγάπη τ'άναψε. Η αγάπη.

  Ώρα 22:51. Σαν βουβή κι αυθορμητη, γλυκια συνωμοσία, το φεγγάρι κρυφτηκε -προς στιγμη- πισω από ενα συννεφενιο πεπλο που ωρα ταξιδευε προς το ασημενιο φως. Γι'αυτο και στη γη πια απλωθηκε μια περίεργη ησυχια γεματη διαστικτες ευχες. Ειναι γεγονος πως, οταν το φεγγαρόφως γινεται πιο θαμπό, τοτε το διαμαντενιο φως των αστεριων δυναμωνει εκφραστικά. Ταξιδεύει μεχρι την επιφανεια της γης σκορπώντας μοναδικά κυματα λεπτης ομορφιάς. 
  Νυχτες φλόγινες σαν κι αυτη, με κανουν να θυμαμαι δυο πραγματα: καποιες γραμμες απ'το αριστουργημα του Εξιπερυ (τον 'Μικρο Πριγκηπα') και τα λογια ενος φίλου μου μοναχου που η υπακοη του ανθιζει στο Περιβόλι της Παναγιάς. 
  Θα το θυμάσαι το απόσπασμα. Αν αγαπάς ενα λουλουδι που βρισκεται σ'ενα αστερι, νιωθεις γλυκά τη νυχτα, οταν κοιταζεις τον ουρανο. Ολα τ'αστέρια ειν'ανθισμενα. (...) Θα κοιταζεις τη νυχτα τ'αστερια. Το δικο μου ειναι πολυ μικρο, δεν μπορω να σου δειξω πού βρισκεται. Καλυτερα ετσι. Το αστερι μου θα ειναι για σενα ένα αναμεσα σ'ολα τ'αστερια. Ετσι, θα σ'αρεσει να κοιταζεις ολα τ'αστερια... Αυτο το μικρο απόσπασμα παντα θρονιαζεται ευλαβικα κι αθεατα στην καρδια μου παρεα με την ακολουθη φραση του αγιορειτη φιλου μου: Καθε αστερι ειναι και μια ευχη. Ενα 'Κυριε ελεησον με' που βγαινει αθορυβα απ'την καρδια. Ετσι ολος ο ουρανος γινεται αισθηση Θεου. Να αγαπας. Μ'ολη σου την υπαρξη. Μ'ολη σου την καρδια. 
  Αυτα σκεφτομαι κι αυτη την ομορφη νυχτα. Τα χερια παντα στις τσεπες για να ζεσταινονται μιας και το κρυο εχει γινει πια μονιμος επισκέπτης στη μεγαλη πολη. Στη δεξια τσεπη του μπουφαν, τα ακροδάχτυλά μου αγγιζουν τη σκοινένια, σφαιρικη επιφανεια του 8ριού κομποσκοινιού. Τοσο μικρο μα τοσο σημαντικο. Δωρο απο τον αγιορειτη. Για να μπορω να το χρησιμοποιω σαν αστρολαβο στο ανεπαναληπτο ταξιδι των ευχων. 


Υγ: Το απόσπασμα απ'τον Μικρο Πριγκηπα ειναι απ'τη μεταφραση της Μελινας Καρακωστα των εκδόσεων Πατάκη.
Υγ2: Καλό μήνα να'χουμε. Με αγάπη απλή κι αληθινή. Ευχές, αδέρφια.

Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2015

[από δω μέχρι τον ουρανό]


Σα μελωδία γλυκιά, σαν καράβι πλέει η αγάπη,
αν την αφήσεις να ταξιδέψει μέσα στην καρδιά.


[από δω μέχρι τον ουρανό #2]

υγ: Σαν συνέχεια αυτής της ανάρτησης. Ευχαριστώ πολύ τον Δημήτρη που μου έστειλε το συγκινητικό αυτό βίντεο.
υγ2: Να έχεις μια γλυκιά κι όμορφη μέρα. Καλή δουλειά (αν εργάζεσαι και σήμερα). Καλή ξεκούραση (αν σήμερα έχεις αργία). Η Σκέπη Της ας είναι στήριγμά μας και η θυσία των προγόνων μας διαλεχτό παράδειγμα για μας. 

Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2015

Σάββατο πρωί

Κι αυτό που ένιωσαν δεν ήταν τίποτ'άλλο από φως.
Απλό, ατόφιο φως. Κομμάτι ευτυχίας
σε μια στιγμή ανύποπτη.

Και κάπως έτσι κοντεύει να φύγει κι αυτή η βδομάδα. Σαββατιάτικος ήλιος. Ο Οκτώβρης να δείχνει ενεργητικά το αληθινό του πρόσωπο. Περπατάς στον πεζόδρομο και τα δέντρα στην είσοδο του πάρκου να περιμένουν υπομονετικά τις πρωινές ηλιαχτίδες. Να ρουφήξουν όλο το ζωηρό φως, όλη την ικμάδα. Και κάπως έτσι προχωράς στο δρόμο σου. Κάθε πρωί. Περιμένοντας πως κάθε καινούρια μέρα που επισκέπτεται τη γη, θα δώσει λίγες νότες επιπρόσθετης ελπίδας σε μια επαναληπτική καθημερινότητα. Σκέψεις, λόγια, ευχές, έγνοιες, υποψίες, κινήσεις που ανατέλλουν κι αυτές μαζί με τον ήλιο στο παράθυρο της καρδιάς.

Παίρνεις μια βαθιά ανάσα. Νιώθεις αυτή τη γνώριμη μυρωδιά της βροχής που σκέπαζε όλη νύχτα το χώμα. Θυμάσαι. Μπορείς να δεις την τέχνη, την ομορφιά, την αρμονία στα πιο απροσδόκητα σημεία. Στις χαραμάδες των ανύποπτων στιγμών. Με μια στιγμιαία βιαιότητα σαν βροντή μέσα στη νύχτα. Ή μ'ένα σιγανό ψίθυρο σαν το κύμα που τελειώνει το ταξίδι του στην ακρογιαλιά. 

Θυμάσαι και το ηλιοβασίλεμα που χαράχτηκε στην καρδιά σου μέσα από δυο φωτογραφίες. Τις ευχές που ταξίδεψαν πιο γρήγορα κι απ'το ίδιο το φως κι ένωσαν τις καρδιές σε μια ουράνια χορογραφία. Ίσως η ευτυχία μπορεί να'ρθει ακόμη κι όταν τα μάτια είναι δακρυσμένα. Ή κλειστά. Βιωματική αίσθηση της παρουσίας Του.

Είμαστε τόσο μικροί. Πεφταστέρια στο άπειρο του σύμπαντος. Κι όμως. Αν οι καρδιές μας νιώσουν -λίγο, έστω λίγο- Αγάπη, τότε γινόμαστε οι ίδιοι φως και μελωδία και τραγούδι. Αληθινά χαμόγελα στις ανάσες του τώρα. Κι έτσι συνεχίζουμε να ζούμε. Να είμαστε.

Και ο ήλιος συνεχίζει αθόρυβα το σαββατιάτικο ταξίδι του πάνω απ'το μεγάλο πάρκο. Στα νότια προάστια της μεγάλης πόλης. 

Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2015

Μονόλογος της νύχτας

Ό,τι αγαπώ, δροσιά γίνεται 
στο δάκρινο λουλούδι της ζωής μου.

Νυχτα κρυσταλλινη, πάρε τους αποχαιρετισμούς και καν'τους αστέρια. Για να'χω κάτι γλυκό ν'αποδιωχνει το σκοταδι των απουσιων, να ημερεύει τα πελαγη των αναμνησεων. Νυχτα μυσταγωγικη, παρε του εξωστη μου τις προσευχες και καν'τες χελιδονια γοργοφτερα. Να ταξιδευουν αθεατα μεχρι την ανοιξη του θρονου Του.

Νυχτα πλανευτρα, ειναι φορες που η σιωπη σου μοιαζει να γεμιζει φιλοξενες μελωδιες τις χλομες γωνιές της καρδιας. Κι ειναι και κατι φορες που η μοναξια σου ιδρωμενη κι ανησυχη,  περιεργαζεται τη μυστήρια πολιτεια του πονου.

Νυχτα παρακλητικη που κι αποψε μας επισκεφτηκες, σκεπασε τους φτωχους, τους απελπισμενους, τους παρατολμους, τους ναυαγους με το γεματο διαμαντια ουρανιο πέπλο σου. Εραστες να γινουν της απειρης αγαπης Του.

Αποψε, νυχτα σαγηνευτική, θα'θελα να δοκιμάσω τα φτερα μου. Μηπως και γκρεμιστουν τ'αγελαστου εγωισμου μου τα τειχη. Μηπως και μεσα στη σιωπη, ανάμεσα στα χαλάσματα, ακολουθησω -ταξιδιωτης νυχτερινος- τη στιλβη του φεγγαριου. Μεχρι το πρωτο ξημερωμα. Ωσπου να μαθουν  οι ανασες μου να αισθανονται τις πρωτες ηλιaχτιδες της παρουσιας Του στον κηπο της ψυχης μου. Ωσπου ο μεσα μου κοσμος ψηλαφισει την υπαρκτή, ενωτική γλύκα της ζωης. 
υγ: Φωτογραφία από εδώ

Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2015

Ανάσες του Οκτώβρη

Πιστεύω στο απίστευτο
που είναι η πιο αληθινή μας ιστορία

Θυμάσαι; Θυμάσαι που έβλεπες τα τραίνα να περνούν; Κι οι ράγες τους, αυτά τα βαριά σιδερένια μονοπάτια, χάνονταν στο βάθος του ορίζοντα. Κι έλεγες πως δεν τελειώνουνε ποτέ. Ακίνητοι αφηγητές των πιο απίστευτων παραμυθιών.

Κάμποσα τραίνα σε ταξίδεψαν από τότε. Γνώρισες καινούριους σταθμούς, ξένες νέες πολιτείες. Και δώσ'του ταξίδια. Ποτέ δε σταμάτησες τα ταξίδια. Μου έλεγες πως έτσι μετράς το χρόνο... Πως σου θυμίζουν το παλιό σου ρολόι, δώρο της γιαγιάς σου. Εκείνη δεν ταξίδεψε παρά μόνο μια φορά. Ήταν παιδί της θάλασσας. 'Τις βάρκες, τις θυμάσαι τις βάρκες; Που είχαν αποτραβηχτεί στην αγκαλιά της άμμου; Ο χειμώνας, ο αλμυρός χειμώνας, πουλί μου', έλεγε με τη γλυκιά γεροντική φωνή της. Τώρα έμεινε μονάχα η ανάμνησή της. Σα φάρος ολοφώτεινος στις πιο σκοτεινές σου νύχτες. Καταφύγιο ζεστό.

Προχωρούν οι στιγμές. Μπήκε πια Οκτώβρης. Μυρίζει υγρασία η βαθυκάστανη φορεσιά της γης. Προχωράς και συ με τα χέρια στις τσέπες της ζακέτας σου. Ο γιακάς σηκωμένος να κόβει το κρύο. Παραλία. Το κύμα μια έρχεται μια φεύγει ώσπου σβήνει τελικά με ηρεμία στην ακρογιαλιά. Ο Οκτώβρης, ξέρεις, είναι μήνας διαφορετικός. Παίρνει τα πορτοκαλιά πεσμένα φύλλα του Σεπτέμβρη και τα κάνει όνειρα. 

Κι η βροχή να συνεχίζει. Κι η προσευχή το ίδιο. Στο φθινοπωρινό τέμπο που μπήκε πια για τα καλά στις ζωές μας.
 Δε θέλω να κρυώσουν οι καρδιές μας. Η αγάπη Του δεν υπολογίζει εποχές. Μπαινοβγαίνει γλυκιά, αύρα λεπτή, απ'τα παράθυρα των ψυχών μας αν την αποζητήσουμεΜυστικά, βιωματικά. Κι έχει το χρώμα της ελπίδας. Σαν το ουράνιο τόξο. Που, σαν φανεί μετά την καταιγίδα, μενεξεδένια χρώματα πλημμυρίζουν τα σύνορα τ'ουρανού.
Υγ: Το δίστιχο στην αρχή είναι του αγαπημένου Τάσου Λειβαδίτη

Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2015

Η αόρατη γωνιά ταξιδεύει...

... στην Ισπανία!
Προχτές βράδυ. Κάστρο στην παραλία της Valencia.
Πολλές ευχαριστίες στο φίλο Δημήτρη για τη φωτογραφία αυτή!